wi Από τη Γη στη Σελήνη. Το χρονικό ενός μεγάλου ταξιδιού... - Orange Light Beams
Cur – Quomodo – Quando
Exploring the Fabric of the Cosmos


Από τη Γη στη Σελήνη. Το χρονικό ενός μεγάλου ταξιδιού...

Σάββατο, Ιανουαρίου 12, 2019

Πριν από 48 χρόνια πραγματοποιήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα τεχνολογικά επιτεύγματα του ανθρώπου: η επανδρωμένη επίσκεψη ανθρώπων στον φυσικό μας δορυφόρο. Στην ανάρτηση αυτή παρουσιάζεται, σε συνέχειες, μία συμπυκνωμένη περιγραφή της μεγάλης αυτής
προσπάθειας με αποσπάσματα από τον Οδηγό της Παράστασης του Ευγενιδείου Πλανηταρίου που είχε τίτλο “Από τη Γη στη Σελήνη” (Διονύσης Σιμόπουλος και Αλέξης Δεληβοριάς, Αθήνα: Ίδρυμα Ευγενίδου, 2007, 148 σελ.).
Η παρουσίαση αυτή αποτελεί πόνημα του κ. Διονύση Σιμόπουλου, αστροφυσικού και επίτιμου διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου, δημοσιευμένο στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook.

Η “Ιστορία Δυο Πόλεων” είναι αναμφισβήτητα ένα από τα καλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας του Κάρολος Ντίκενς αρχίζει το κλασικό του αυτό έργο με δύο απλές φράσεις: "Ήταν η καλύτερη των εποχών. Ήταν η χειρότερη των εποχών". Και είναι δύο φράσεις που αρμόζουν απόλυτα στη δεκαετία του '60. Στη δεκαετία που είδε την κλιμάκωση ενός πολύνεκρου πολέμου στις ζούγκλες του Βιετνάμ, και την πραγματοποίηση των ονείρων της ανθρωπότητας να περπατήσει στην επιφάνεια ενός άλλου κόσμου.

Γιατί πράγματι, πριν από 48 χρόνια, στις 20 Ιουλίου 1969, οι αστροναύτες του «Απόλλωνα 11» έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που περπάτησαν στην επιφάνεια του γειτονικού μας δορυφόρου, τη Σελήνη. Τα επόμενα τρία χρόνια, από το 1969 ως το 1972, ολόκληρη η ανθρωπότητα παρακολούθησε από τις οθόνες των τηλεοράσεων την μεγαλύτερη εξερεύνηση στην ανθρώπινη ιστορία. Με την βοήθεια εκατοντάδων χιλιάδων επιστημόνων, μηχανικών, και τεχνικών, 27 συνολικά αστροναύτες περιφέρθηκαν γύρω από τον φυσικό δορυφόρο της Γης, ενώ 12 απ' αυτούς περπάτησαν και εξερεύνησαν 6 διαφορετικές περιοχές της επιφάνειας της Σελήνης.

Η αρχική έξαψη της μεγάλης αυτής περιπέτειας του ανθρώπου έχει πια περάσει. Οι συσκευές των τηλεοράσεων έπαψαν να δείχνουν τους αστροναύτες να κινούνται πάνω στο ηλιόλουστο Σεληνιακό πανόραμα. Και όμως εδώ, πάνω στη Γή, οι επιστήμονες συνεχίζουν να μελετούν ακόμη και σήμερα τον απέραντο θησαυρό γνώσεων που μας έφεραν οι αστροναύτες του προγράμματος Απόλλων. Ήταν όμως μία μελέτη που άρχισε πολύ νωρίτερα, αφού ένας από τους κύριους αντικειμενικούς σκοπούς του ανθρώπου ήταν ανέκαθεν η συνεχής επιθυμία μας να ξεφύγουμε από τα δεσμά της Γης και να επισκεφτούμε κάποτε τον γειτονικό μας δορυφόρο.

Στον δρόμο μας για τη Σελήνη πολλοί ήσαν αυτοί που βοήθησαν να γίνει το όραμα πραγματικότητα, με πρώτον απ’ όλους έναν δάσκαλο από τη Ρωσία. Γεννημένος έναν αιώνα πριν από την εκτόξευση του πρώτου Σοβιετικού δορυφόρου, ο Κωνσταντίν Τσιολκόβσκυ αφιέρωσε τη ζωή του στον υπολογισμό της πτήσεως πυραύλων και στον τρόπο επιτεύξεως διαπλανητικών εξερευνήσεων. Μια παιδική αρρώστια τον καταδίκασε να περάσει τη ζωή του σ' έναν κόσμο σιωπής. Η έλλειψη όμως της ακοής δεν τον εμπόδισε να οραματιστεί διαστημόπλοια, διαστημικά ταξίδια, διαστημικούς σταθμούς και την ανάγκη διαστημικών σκαφάνδρων για τους κοσμοναύτες και πολλαπλών ορόφων για τους διαστημικούς πυραύλους.

Την ίδια περίπου περίοδο στην Αμερική ο αμερικανός φυσικός Ρόμπερτ Γκόνταρ έκανε την θεωρία πράξη. Πειραματίστηκε με δεκάδες πυραύλους, ενώ μερικοί τον θεωρούσαν τρελό. Ο Γκόνταρ όμως γνώριζε ότι μόνο ένας πύραυλος που θα κινούνταν με υγρά καύσιμα και οξυγόνο θα μπορούσε να λειτουργήσει στο κενό του διαστήματος. Τα παράπονα των γειτόνων του στη Μασαχουσέτη τον ανάγκασαν να μεταφερθεί στο Νέο Μεξικό όπου συνέχισε την εργασία του φτιάχνοντας όλο και πιο μεγάλους και καλύτερους πυραύλους με έδρες εκτόξευσης και έλεγχο της πτήσης τους.

Στη Γερμανία ο Χέρμαν Όμπερθ αναδείχτηκε σε ηγετική φυσιογνωμία στην ανάπτυξη της πυραυλικής. Το πρώτο βιβλίο του Όμπερθ στο θέμα, που εκδόθηκε το 1923, δημιούργησε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και προσέλκυσε μερικούς νέους μηχανικούς να αρχίσουν, σε ιδιωτική βάση, διάφορους πειραματισμούς. Οι πρωτοπόροι αυτοί της πυραυλικής ήταν πραγματικοί οραματιστές για την ειρηνική χρήση των πυραυλικών τους συστημάτων. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και στη Γερμανία του Χίτλερ. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου οι Γερμανοί ανάπτυξαν τους πυραύλους V-2 τους οποίους όμως χρησιμοποίησαν σαν όπλα καταστροφής των συμμαχικών πόλεων.

Ο θρίαμβος πάντως της έναρξης της διαστημικής εποχής ανήκει στους Σοβιετικούς. Από την μυστική τους βάση στο Καζακστάν ένας πύραυλος «Βοστόκ» ξεκίνησε στις 4 Οκτωβρίου 1957 για το πρώτο του ταξίδι στο διάστημα όπου έθεσε σε τροχιά γύρω από τη Γη τον «Σπούτνικ 1». Ο πλανήτης μας είχε πια τον πρώτο του τεχνητό δορυφόρο. Ένα μήνα αργότερα τοποθετήθηκε ένας ακόμη δορυφόρος, έξη φορές βαρύτερος, με επιβάτη του μία σκυλίτσα, την Λάικα.

Οι αμερικανοί ακολούθησαν με αποτυχία που τους ανάγκασε να ψάξουν για έναν νέο σχεδιαστή τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Βέρνερ φον Μπράουν και ο οποίος στα επόμενα 25 χρόνια έγινε ο κύριος μοχλός του αμερικανικού διαστημικού προγράμματος. Έτσι τέσσερις μήνες μετά το «Σπούτνικ 1» εκτοξεύτηκε ο πολύ μικρότερος και ελαφρύτερος πρώτος αμερικανικός δορυφόρος, ο «Εξερευνητής 1». Ένας αγώνας δρόμου άρχισε τότε ανάμεσα στην Σοβιετική Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο μεταξύ, και με μεγάλη μυστικότητα, οι Σοβιετικοί προετοίμαζαν ένα άλλο όχημα που θα μετέφερε τον πρώτο άνθρωπο στο διάστημα. Θα εκτοξεύονταν με έναν ισχυρότατο νέο πύραυλο «Βοστόκ» και θα επανδρώνονταν από έναν επίλεκτο μιας μικρής ομάδας πιλότων. Τελικά ο κλήρος έπεσε στον Γιούρι Γκαγκάριν ένα πιλότο δοκιμαστικών πτήσεων της Σοβιετικής Αεροπορίας. Το 1961 βρισκόμασταν στη μέση του ψυχρού πολέμου. Και καθώς ο γιγάντιος πύραυλος «Βοστόκ» κατασκευάζονταν οι Σοβιετικοί ήλπιζαν να πετύχουν μιαν ακόμη προπαγανδιστική νίκη αφού ο αγώνας δρόμου γιά το διάστημα είχε μετατραπεί σ' έναν αγώνα της ανατολής ενάντια στη δύση.

Στις 12 Απριλίου 1961 ο Γκαγκάριν δεν θα μπορούσε να ήταν πιο ήρεμος. Στη βάση εκτόξευσης όμως τα πράγματα ήσαν ένα τεράστιο τρελοκομείο. Οι αμερικάνοι είχαν ήδη ανακοινώσει ότι η δική τους προσπάθεια θα γίνονταν τον Μάιο και οι Σοβιετικοί ήθελαν να είναι πρώτοι. Έτσι την ημέρα εκείνη ο Γιούρι Γκαγκάριν ξεκίνησε για το ραντεβού του με την ιστορία. Αν αποτύγχανε ο κόσμος ίσως να μην το μάθαινε ποτέ.

Από την αρχή της δημιουργίας του ψυχή του Σοβιετικού διαστημικού προγράμματος ήταν ένας πραγματικά ιδιοφυής μηχανικός ονόματι Σεργκέι Κορολυόφ. Το Βοστόκ ήταν δικής του επινόησης και αποτελούνταν από τέσσερις πυραύλους και 33 μηχανές προώθησης. Ο στόχος της κάψουλας του Γκαγκάριν (η οποία βρίσκονταν στην κορυφή του πυραύλου και έμοιαζε με μια σφαίρα που θα τοποθετούνταν στο διάστημα καθώς ο πύραυλος αποχωρίζονταν απ' αυτήν) ήταν μία μόνο τροχιά. Ο Γκαγκάριν έφτασε τελικά στο διάστημα και ο κόσμος έμεινε άναυδος.

Μετά από 23 ημέρες ήρθε η απάντηση των Αμερικανών. Ο μικροσκοπικός πύραυλος Ρέντστοουν μετέφερε στο διάστημα τον Άλαν Σέπαρντ σε μια υποτροχιακή πτήση διάρκειας 15 λεπτών. Πικαρισμένος από την πρωτοπορία των Σοβιετικών ο Αμερικανός Πρόεδρος Κέννεντυ ανακοίνωσε ότι η Αμερική θα τοποθετούσε έναν άνθρωπο στη Σελήνη πριν από το τέλος της δεκαετίας του 1960. Οι Σοβιετικοί απάντησαν με την εκτόξευση της πρώτης γυναίκας στο διάστημα: της Βαλεντίνας Τερέσκοβα. Αλλά και οι αμερικανοί είχαν πλέον πάρει το βάπτισμα του διαστήματος. Στις 16 Μαΐου 1963 έγινε η τελευταία προσθαλάσσωση του προγράμματος Μέρκιουρυ ενώ δύο χρόνια αργότερα θα ακολουθούσε το πρόγραμμα Τζέμινι με δύο αστροναύτες σε κάθε πτήση.

Και πάλι όμως οι Σοβιετικοί προηγήθηκαν αφού στρίμωξαν τρεις κοσμοναύτες σε ένα διαστημόπλοιο που ήταν κατασκευασμένο για δύο. Η έλλειψη χώρου ήταν τόσο μεγάλη ώστε αναγκάστηκαν να πετάξουν χωρίς διαστημικά σκάφανδρα ή εκτοξευτήρια καθίσματα στην πρώτη πτήση του προγράμματος «Βοσκχόντ». Μερικούς μήνες αργότερα, λίγο πριν από την πτήση του πρώτου Τζέμινι, ο Αλεξέι Λεόνοφ στις 18 Μαρτίου 1965, έγινε ο πρώτος άνθρωπος που “περπάτησε” στο διάστημα. Οι Σοβιετικοί είχαν για μιαν ακόμη φορά προηγηθεί.

Τα σήματα των αποστολών "Απόλλων"

Ο Ρώσος δάσκαλος Κωνσταντίν Τσιολκοβσκυ, πρωτοπόρος του Διαστήματος.

Οι 12 αστροναύτες που περπάτησαν στην επιφάνεια της Σελήνης 1969-1972.

Ο Αμερικανός καθηγητής Ρόμπερτ Γκόνταρ.

Ο Γερμανός μηχανικός Χέρμαν Όμπερθ.

Ο πρώτος τεχνητός δορυφόρος "Σπούτνικ1" (Σοβιετική Ένωση).

Η Λάικα στον "Σπούτνικ 2".

Ο Ρώσος Γιούρι Γκαγκάριν, ο πρώτος άνθρωπος στο Διάστημα.

Ο πρώτος Αμερικανικός δορυφόρος "Εξερευνητής 1".

Το διαστημόπλοιο του Γκαγκάριν "Βοστόκ 1".

Ο Γκαγκάριν με τον Ρώσο μηχανικό Σεργκέι Κορολυόφ, η ψυχή και το μυαλό του Σοβιετικού Διαστημικού προγράμματος.

Ο πρώτος Αμερικανός στο Διάστημα Άλαν Σέπαρντ και το διαστημόπλοιό του.

Ο πύραυλος Ρέντστοουν του πρώτου επανδρωμένου Αμερικανικού προγράμματος "Μέρκιουρυ".

Η πρώτη γυναίκα στο Διάστημα, Βαλεντίνα Τερέσκοβα, Σοβιετική Ένωση.

Ο πρώτος περίπατος στο Διάστημα από τον Ρώσο κοσμοναύτη Αλεξέι Λεόνοφ.


Με το πρόγραμμα Gemini οι αμερικανοί προσπάθησαν να παραβλέψουν τους Σοβιετικούς θριάμβους και να συγκεντρωθούν στην κατάκτηση του στόχου τους για την επανδρωμένη αποστολή στη Σελήνη. Ο στόχος αυτός προϋπέθετε την δοκιμή νέων τεχνολογιών, νέου εξοπλισμού, την εκπαίδευση των αστροναυτών και την δοκιμασία ελιγμών στο διάστημα. Η συνάντηση και η σύνδεση διαστημικών οχημάτων στο διάστημα ήταν μάλιστα ιδιαίτερης σημασίας για μια πετυχημένη απόβαση στη Σελήνη. Στην αποστολή του «Gemini 4», τον Ιούνιο του 1965, ο Έντουαρντ Γουάιτ έγινε ο πρώτος Αμερικανός που «περπάτησε» στο διάστημα.

Μερικούς μήνες αργότερα, στις 15 Δεκεμβρίου 1965, δύο επανδρωμένα διαστημόπλοια, το «Gemini 6» και το «Gemini 7» συναντήθηκαν στο διάστημα, πλησιάζοντας το ένα με τ' άλλο σε απόσταση μόλις 30 εκατοστών του μέτρου. Το σπουδαιότερο όμως εγχείρημα έγινε στις 16 Μαρτίου 1966, όταν ο Νιλ Άρμστρονγκ και ο Ντέιβιντ Σκοτ, στο «Gemini 8», συναντήθηκαν και συνδέθηκαν με την ειδική πλατφόρμα «Ετζίνα».

Οι υπόλοιπες πτήσεις του προγράμματος «Gemini» συνέχισαν με μεγαλύτερη επιτυχία τις προσπάθειες πλευρίσματος και σύνδεσης του διαστημοπλοίου με μη επανδρωμένα διαστημικά οχήματα. Στην τελευταία πτήση του προγράμματος, το «Gemini 12» συνδέθηκε και πάλι με το πυραυλικό σύστημα της «Ετζίνα», κλείνοντας έτσι θριαμβευτικά το πρόγραμμα «Gemini» το Νοέμβριο του 1966. Σειρά πια είχε το πρόγραμμα «Απόλλων», στη διάρκεια του οποίου το όνειρο του ανθρώπου να περπατήσει στη Σελήνη θα έπαιρνε σάρκα και οστά.

Η μεγάλη επιτυχία του προγράμματος Gemini, όμως, δεν προμήνυε σε τίποτα αυτό που θα ακολουθούσε. Κλειδωμένα σε ένα κτήριο των εγκαταστάσεων του Ερευνητικού Κέντρου Langley, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, βρίσκονται τα λείψανα της μελανότερης στιγμής του προγράμματος Apollo. Πρόκειται για τα συντρίμμια του Apollo 1, της διαστημοσυσκευής, η οποία καταστράφηκε από φωτιά στις 27 Ιανουαρίου 1967 συμπαρασύροντας στο θάνατο τους αστροναύτες Gus Grissom, Ed White και Roger Chaffee, που την ώρα εκείνη εκπαιδεύονταν στην διάρκεια μιας προσομοίωσης εκτόξευσης.

Η διαστημοσυσκευή Apollo 1 ήταν σχεδόν έτοιμη για το παρθενικό της ταξίδι, το οποίο είχε προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί μέσα στο πρώτο τέταρτο του 1967, με κύριο στόχο τον έλεγχο της διαδικασίας εκτόξευσης αλλά και της γενικότερης απόδοσης τόσο της διαστημοσυσκευής Apollo όσο και του πυραύλου Saturn, που θα τη μετέφερε στο Διάστημα. Στις 27 Ιανουαρίου 1967, δέκα μόλις εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος Gemini και περίπου 4 εβδομάδες πριν την σχεδιαζόμενη εκτόξευσή του, επρόκειτο να διεξαχθεί μια προσομοίωση εκτόξευσης, προκειμένου να ελεγχθεί εάν το Apollo 1 θα μπορούσε να λειτουργήσει με τη δική του ενέργεια, αποκομμένο από καλώδια τροφοδοσίας και «ομφάλιους λώρους». Ο έλεγχος όμως αυτός δεν έμελλε να διεξαχθεί ποτέ.

Οι αστροναύτες Gus Grissom, Ed White και Roger Chaffee, το πλήρωμα της μοιραίας αποστολής, είχαν ήδη πάρει τις θέσεις τους στο θαλαμίσκο του Apollo 1, περιμένοντας την αντίστροφη μέτρηση. Τα πρώτα προβλήματα εμφανίστηκαν σχεδόν αμέσως. Μια περίεργη μυρωδιά στον αέρα της διαστημικής στολής του Grissom καθυστέρησε την προσομοίωση της εκτόξευσης για περίπου τρεις ώρες. Όταν επιτέλους στις 14:45 τοπική ώρα η μπουκαπόρτα εισόδου στη διαστημοσυσκευή σφραγίστηκε, ο αέρας στο θαλαμίσκο αρχίζει να αντικαθίσταται από καθαρό οξυγόνο υπό πίεση προκειμένου να εντοπιστούν τυχόν διαρροές. Σχεδόν αμέσως εμφανίστηκαν και νέα προβλήματα. Η επικοινωνία μεταξύ των μελών του πληρώματος από τη μία και του Κέντρου Ελέγχου από την άλλη ήταν πολύ δύσκολη, γεγονός που καθυστέρησε εκ νέου την έναρξη της προσομοίωσης μέχρι τις 17:40. Τελικά ο έλεγχος των λειτουργιών της διαστημοσυσκευής ολοκληρώθηκε στις 18:20. Η έναρξη όμως της αντίστροφης μέτρησης για την προσομοίωση της εκτόξευσης αναβλήθηκε για τις 18:30 καθώς τα προβλήματα επικοινωνίας δεν είχαν ακόμα λυθεί.

Λίγο πριν από το ατύχημα τα μέλη του πληρώματος διενήργησαν τους τελευταίους ελέγχους. Και τότε, κάπου ανάμεσα στα 51 χιλιόμετρα καλωδίων προκλήθηκε ένας σπινθήρας. Στις 18:31, στο σύστημα επικοινωνίας ακούστηκε μια φωνή, η οποία τώρα πλέον πιστεύεται ότι ήταν του Chaffee αφού μόνο το δικό του κανάλι επικοινωνίας ακουγόταν καθαρά, να αναφέρει ότι στο πίνακα ελέγχου είχαν φωτιά. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα οι εργαζόμενοι στο Κέντρο Ελέγχου άκουσαν μια κραυγή πόνου και η επικοινωνία κόπηκε εντελώς. Στις οθόνες τους όμως είχαν ήδη προλάβει να δουν τον Ed White να προσπαθεί απεγνωσμένα να ανοίξει την μπουκαπόρτα εξόδου. Μάταια όμως. Η μπουκαπόρτα ήταν έτσι σχεδιασμένη ώστε για να ανοίξει το εσωτερικό τμήμα της θα έπρεπε να ξεσφίξουν αρκετά μπουλόνια. Και το χειρότερο ήταν ότι η εσωτερική πόρτα της διαστημοσυσκευής άνοιγε προς τα μέσα. Η πίεση όμως στο εσωτερικό του θαλαμίσκου είχε πλέον μεγαλώσει τόσο πολύ ώστε κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο.

Σ’ αυτές τις συνθήκες υψηλής πίεσης και καθαρού οξυγόνου η φωτιά γρήγορα μετατράπηκε σε κόλαση, την οποία συντηρούσαν τα εύφλεκτα υλικά που υπήρχαν μέσα στον θαλαμίσκο, όπως για παράδειγμα το βέλκρο με το οποίο είχαν επενδυθεί τα εσωτερικά τοιχώματα της διαστημοσυσκευής για να συγκρατούν τα διάφορα μικροαντικείμενα και εργαλεία σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Το πλήρωμα εδάφους δεν χρειάστηκε περισσότερα από πέντε λεπτά για να καταφέρει να μπει στο εσωτερικό του Apollo 1 και να σβήσει τη φωτιά. Ήταν όμως ήδη αργά. Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν συγκλονιστικό. Οι διαστημικές στολές των αστροναυτών και οι ομφάλιοι λώροι που τις συνέδεαν με το σύστημα ζωτικής υποστήριξης του θαλαμίσκου είχαν λειώσει.

Αν και τα σώματα των τριών αστροναυτών εμφάνιζαν εγκαύματα δευτέρου και τρίτου βαθμού, η επιτροπή που ανέλαβε να εξετάσει τα αίτια του ατυχήματος αποφάνθηκε ότι ο θάνατος των αστροναυτών προκλήθηκε από εισπνοή τοξικών αερίων και καπνού. Το τελικό πόρισμα της επιτροπής ήταν καταπέλτης. Εντοπίστηκαν δεκάδες σφάλματα στο σχεδιασμό και στην κατασκευή της διαστημοσυσκευής και προτάθηκαν περισσότερες από 100 αλλαγές περιλαμβανομένων μιας μπουκαπόρτας που να ανοίγει προς τα έξω σε 7 δευτερόλεπτα, της αντικατάστασης εντός της καμπίνας των εύφλεκτων υλικών από άφλεκτα, και της κάλυψης όλων των καλωδιώσεων από καλύτερης ποιότητας μονωτικά υλικά. Αποφασίστηκε επίσης ότι στο εξής όλες οι επί του εδάφους δοκιμές δεν θα γίνονται με καθαρό οξυγόνο αλλά με μείγμα οξυγόνου και αζώτου. Το Apollo 1 δεν απογειώθηκε ποτέ, ενδέχεται όμως να συνεισέφερε περισσότερο από κάθε άλλη πτήση στο στόχο που είχε θέσει ο Πρόεδρος Kennedy για την κατάκτηση της Σελήνης.

Τα σήματα των αποστολών του Προγράμματος Gemini.

Σχηματική αναπαράσταση του διαστημοπλοίου Gemini.

Στο πρόγραμμα Gemini συμμετείχαν δύο αστροναύτες στο ίδιο διαστημόπλοιο.

Ο Έντουαρντ Γουάιτ με το «Gemini 4», ήταν ο πρώτος Αμερικανός που «περπάτησε» στο διάστημα.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1965, δύο επανδρωμένα διαστημόπλοια, το «Gemini 6» και το «Gemini 7» συναντήθηκαν στο διάστημα.

Στην αποστολή του «Gemini 4», τον Ιούνιο του 1965, ο Έντουαρντ Γουάιτ έγινε ο πρώτος Αμερικανός που «περπάτησε» στο διάστημα.

Στις 16 Μαρτίου 1966 ο Νιλ Άρμστρονγκ και ο Ντέιβιντ Σκοτ, στο «Gemini 8», συναντήθηκαν και συνδέθηκαν με την ειδική πλατφόρμα «Ετζίνα».

Στην τελευταία πτήση του προγράμματος, το «Gemini 12» συνδέθηκε και πάλι με το πυραυλικό σύστημα της «Ετζίνα», κλείνοντας έτσι θριαμβευτικά το πρόγραμμα «Gemini» το Νοέμβριο του 1966.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1965, τα επανδρωμένα διαστημόπλοια, «Gemini 6» και «Gemini 7» συναντήθηκαν στο διάστημα, πλησιάζοντας το ένα με τ' άλλο σε απόσταση μόλις 30 εκατοστών του μέτρου.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1965, τα επανδρωμένα διαστημόπλοια, «Gemini 6» και «Gemini 7» συναντήθηκαν στο διάστημα, πλησιάζοντας το ένα με τ' άλλο σε απόσταση μόλις 30 εκατοστών του μέτρου.

Ο πύραυλος Titan II χρησιμοποιήθηκε να τοποθετήσει στο διάστημα τα διαστημόπλοια Gemini.

Το σήμα του "Απόλλων 1".

Οι αστροναύτες Gus Grissom, Ed White και Roger Chaffee.

Οι αστροναύτες Gus Grissom, Ed White και Roger Chaffee στο διαστημόπλοιο "Απόλλων 1".

Τα συντρίμμια του Apollo 1, της διαστημοσυσκευής, η οποία καταστράφηκε από φωτιά στις 27 Ιανουαρίου 1967 συμπαρασύροντας στο θάνατο τους τρεις αστροναύτες.

Στις 27 Ιανουαρίου 1967, δέκα μόλις εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος Gemini και περίπου 4 εβδομάδες πριν την σχεδιαζόμενη εκτόξευσή του, το Apollo 1 καταστράφηκε από φωτιά.

Με το τέλος του Προγράμματος Gemini οι Αμερικανοί προετοιμάζονταν πλέον να κάνουν πραγματικότητα την προαιώνια επιθυμία του ανθρώπου να περπατήσει στην επιφάνεια ενός άλλου κόσμου. Η επιθυμία αυτή όμως απαιτούσε μια κατανόηση του κόσμου και των φυσικών φαινομένων με τρόπο ορθολογικό και απαλλαγμένο από τις θρησκευτικές δοξασίες και την αναγωγή σε υπερφυσικά φαινόμενα. Μια προσπάθεια που ξεκίνησε πριν από περίπου 2.500 χρόνια, όταν οι αρχαίοι Έλληνες φυσικοί φιλόσοφοι έθεσαν τις βάσεις για την επιστημονική μελέτη του κόσμου. Αν και οι γνώσεις μας γι’ αυτές τις πρώτες θεωρητικές αντιλήψεις είναι γνωστές από τα ιστορικά κείμενα, τη μελέτη της φιλοσοφίας και την εξέλιξη των ιδεών στην φυσική και στην αστρονομία, η προσπάθειά μας να ανιχνεύσουμε στα βάθη του χρόνου τις μύχιες σκέψεις και τους πόθους του ανθρώπου να φτάσει στ’ άστρα είναι ίσως πιο δύσκολες, αφού οι μόνες πηγές μας γι’ αυτό είναι ουσιαστικά η μυθολογία, η λαϊκή παράδοση και η λογοτεχνία.

Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι πριν από περίπου 2.300 χρόνια, ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος (341 π.Χ.-270 μ.Χ) πρώτος μίλησε για την ύπαρξη αμέτρητων κόσμων στο Σύμπαν. Γνωρίζουμε ακόμα ότι ακριβώς το ίδιο υποστήριζε το 1584 ο καθολικός ιερέας και φιλόσοφος Giordano Bruno (1548-1600), ο οποίος δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι, 400 χρόνια αργότερα, αυτή ακριβώς η σκέψη του θα αποδεικνυόταν αληθινή. Αν και αυτή η αιρετική, για την εποχή της, άποψη ήταν ένας από τους λόγους που τον οδήγησε 16 χρόνια αργότερα στην πυρά, η επιστήμη σήμερα τη θεωρεί αυτονόητη. Εάν λοιπόν υπάρχουν και άλλοι κόσμοι εκεί έξω, θα μπορούσαν κάποιοι από αυτούς να φιλοξενούν άλλες μορφές ζωής; Θα μπορούσαμε ποτέ να τους επισκεφτούμε;

Απ’ ό,τι φαίνεται, η πρώτη φορά στην ιστορία που ο λογοτεχνικός οίστρος του ανθρώπου δίνει την δική του απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα ανάγεται λίγο μετά τον 1ο αιώνα μ. Χ. όταν ο σατυρικός συγγραφέας Λουκιανός από τα Σαμόσατα (125 μ.Χ.-190 μ.Χ.) συγγράφει την «Αληθινή Ιστορία». Σε αυτήν, την πρώτη απ’ όσο γνωρίζουμε λογοτεχνική Οδύσσεια του Διαστήματος, ο Λουκιανός αφηγείται πώς το πλοίο του Οδυσσέα αρπάχτηκε από έναν τρομερό ανεμοστρόβιλο και ταξίδεψε επί επτά μέρες στο Διάστημα, για να φτάσει τελικά στο φεγγάρι, όπου βρέθηκε στη μέση ενός διαπλανητικού πολέμου μεταξύ του βασιλιά του Φεγγαριού και του βασιλιά του Ήλιου. Μαζί με τον «Ικαρομένιππο», ένα άλλο έργο του Λουκιανού, η «Αληθινή Ιστορία» είναι ίσως το πρώτο ιστορικά καταγεγραμμένο «φανταστικό» βιβλίο και δικαίως χαρίζει στον Λουκιανό τον τίτλο του πατέρα της επιστημονικής φαντασίας. Περιέργως, από το σημείο αυτό και μέχρι το τέλος περίπου του Μεσαίωνα το είδος αυτό της λογοτεχνίας, απ’ ό,τι φαίνεται, εξαφανίζεται.

Με την πρώτη όμως μεγάλη επανάσταση στην εξέλιξη της Αστρονομίας, που ξεκίνησε με τις έρευνες του Κοπέρνικου (1473-1543), του Κέπλερ (1571-1630) και του Γαλιλαίου (1564-1642), το λογοτεχνικό ενδιαφέρον για τα διαστημικά όνειρα του ανθρώπου αναθερμαίνεται, ενώ για πρώτη φορά μπορεί πλέον να εκφραστεί βασισμένο σε περισσότερο στέρεα και επιστημονικώς έγκυρα θεμέλια. Ο Κέπλερ μεταφράζει την Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού στα λατινικά, ενώ περιγράφει και ο ίδιος ένα φανταστικό ταξίδι στο Διάστημα στο βιβλίο του «Όνειρο» (Somnium), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1634, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του. Αν και ο Κέπλερ σε αυτό του το βιβλίο προσπάθησε τουλάχιστον ως επιστήμονας να είναι συνεπής με τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής του, δεν συνέβη το ίδιο και με ορισμένους από τους διαδόχους του.

Το 1638, για παράδειγμα, δημοσιεύεται ένα βιβλίο, που ο Άγγλος επίσκοπος Francis Godwin (1562-1633) είχε συγγράψει αρκετά νωρίτερα, γνωστό από την γαλλική του μετάφραση με τον τίτλο «Ο Άνθρωπος στη Σελήνη», ή «Το χιμαιρικό ταξίδι στην Σελήνη του Ντομίνγκο Γκονζάλες, Ισπανού τυχοδιώκτη», ο ήρωας του οποίου επιλέγει για μεταφορικό μέσο μία άμαξα που την σέρνει ένα κοπάδι άγριων κύκνων. Πιο εγκρατής, ο επίσκοπος John Wilkins (1614-1672), συγγράφει την «Ανακάλυψη ενός Κόσμου στη Σελήνη», περισσότερο ένα έργο επιστημονικής εκλαΐκευσης παρά επιστημονικής φαντασίας, αφού σε αυτό παρουσιάζει μια κριτική ανάλυση των συνθηκών διαβίωσης στην επιφάνεια του φυσικού μας δορυφόρου. Ο Cyrano de Bergerac (1619-1655) από την άλλη, στο βιβλίο του «Άλλοι Κόσμοι: Κωμική ιστορία των κρατών και των αυτοκρατοριών της Σελήνης και του Ήλιου» προτείνει για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία τη χρήση πυραύλων σαν μέσο προώθησης.

Στις αρχές του 18ου αιώνα ο Daniel Defoe (1660-1731), πιο γνωστός για το βιβλίο του «Ροβινσώνας Κρούσος», δημοσιεύει το «Consolidator», στο οποίο περιγράφει μεταξύ άλλων τα επιστημονικά επιτεύγματα μιας αρχαίας φυλής, η οποία είχε ανακαλύψει το μυστικό των διαστημικών πτήσεων. Στα 1752 ο Βολταίρος (1694-1778) μιλάει στον «Μικρομέγα» του για γίγαντες από το Σείριο και ιθαγενείς του Κρόνου, ενώ τρία χρόνια αργότερα ο Γάλλος Guillaume de la Follie (1739-1780) διηγείται στον «Φιλόσοφο Χωρίς Αξιώσεις» τις περιηγήσεις ενός κατοίκου του Ερμή στο Σύμπαν, το διαστημόπλοιο του οποίου θα καταλήξει έπειτα από πολλές περιπέτειες στον πλανήτη μας. Αξίζει ακόμα να αναφερθεί η πρώτη στα χρονικά διαστημική φάρσα της ιστορίας, πολύ πριν από την ανακοίνωση μέσω ραδιοφώνου από τον Orson Welles για την εισβολή Αρειανών στην Γη. Έχοντας μείνει στην ιστορία ως «η μεγάλη φάρσα της Σελήνης» (the great moon hoax), επρόκειτο για μία σειρά 6 άρθρων που εμφανίστηκαν στην εφημερίδα New York Sun από την 25η Αυγούστου 1835, αναφορικά με την υποτιθέμενη ανακάλυψη ζωής στη Σελήνη, ανακάλυψη που ο αρθρογράφος Richard Adams Locke αποδίδει στον Άγγλο John Herschel (1738-1822), έναν από τους μεγαλύτερους αστρονόμους της εποχής του.

Στην διάρκεια του 19ου αιώνα η επιστημονική λογοτεχνία ζει μια νέα άνθηση χάρη στη νέα γενιά συγγραφέων, η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει: τον Edgar Allan Poe (1809-1849) με το «Extraordinary Aerial Voyage by Baron Hans Pfaall» (1835), στο οποίο περιγράφει ένα ταξίδι στο φεγγάρι με αερόστατο, τον Ιούλιο Βερν (1828-1905) με το γνωστό «Από τη Γη στη Σελήνη» (1865) και «Γύρω από τη Σελήνη» (1870), τον Kurt Lasswitz (1848-1910), ο οποίος περιγράφει στο βιβλίο του «Δύο Πλανήτες» (1897) το πρώτο ταξίδι κατοίκων του Άρη στη Γη με τη χρήση διαστημοπλοίων, και φυσικά τον «Πόλεμο των Κόσμων» (1898) του H. G. Wells (1866-1946). Ωστόσο, όσο γόνιμη και αν είναι η φαντασία αυτών των πρώτων συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας, οι περιορισμένες γνώσεις αστρονομίας και φυσικής της εποχής εκείνης κατά κάποιο τρόπο την χαλιναγωγούν. Με την αυγή ωστόσο του 20ου αιώνα, η ραγδαία ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας και η απαρχή της διαστημικής εποχής θα δώσουν νέα ώθηση σε αυτό το λογοτεχνικό είδος, απελευθερώνοντας πλήρως την φαντασία του ανθρώπου και επιτρέποντάς του να ταξιδέψει νοερά στα πέρατα του Σύμπαντος. Η πραγματικότητα όμως είχε διαφορετική εξέλιξη.














Στις αρχές του 20ου αιώνα ένας Ρώσος δάσκαλος, ένας Αμερικανός φυσικός από τη Μασαχουσέτη, ένας Γερμανός φυσικός από την Τρανσυλβανία και ένας Παριζιάνος μηχανικός έθεσαν τις βάσεις της σύγχρονης πυραυλικής, στηριζόμενοι στους ώμους του Ισαάκ Νεύτωνα (1643-1727), ο οποίος είχε ήδη θεμελιώσει θεωρητικά την αρχή λειτουργίας των πυραύλων, 300 και πλέον χρόνια νωρίτερα, με την δημοσίευση του έργου του με τίτλο Philosophiae Naturalis Principia Mathematica, ενός από τα κορυφαία επιστημονικά συγγράμματα όλων των εποχών.

Και πραγματικά οι θεωρητικές βάσεις που εξηγούσαν την αρχή λειτουργίας της προώθησης των πυραύλων μέσα από την διατύπωση του νόμου δράσης-αντίδρασης, τέθηκαν, μεταξύ άλλων, στις 5 Ιουλίου 1687 με την δημοσίευση του βιβλίου του Νεύτωνα για τις «Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας». Στο κορυφαίο αυτό επιστημονικό πόνημα, ο Νεύτωνας περιέγραφε την βαρύτητα και τους τρεις νόμους της κίνησης των σωμάτων, κατορθώνοντας παράλληλα μέσα από αυτή του την θεώρηση να καταλήξει στους νόμους του Κέπλερ, οι οποίοι περιέγραφαν την κίνηση των πλανητών. Έτσι ο Νεύτωνας ήταν ο πρώτος επιστήμονας που κατάφερε να αποδείξει ότι η κίνηση των σωμάτων στη Γη και των ουράνιων σωμάτων στο Σύμπαν περιγράφονται από τους ίδιους φυσικούς νόμους. O νόμος δράσης-αντίδρασης, ο τρίτος από τους θεμελιώδεις νόμους της κίνησης του Νεύτωνα, ορίζει ότι σε κάθε δύναμη αντιστοιχεί μια δύναμη αντίδρασης, ίσης έντασης και αντίθετης φοράς, και προκύπτει στην ουσία από την αρχή της διατήρησης της ορμής, του φυσικού εκείνου μεγέθους που ορίζεται ως το γινόμενο της μάζας ενός σώματος επί την ταχύτητά του.

Αξίζει εδώ να κάνουμε μια μικρή παρένθεση, γιατί η πρώτη πρακτική επίδειξη του νόμου δράσης-αντίδρασης είχε ήδη παρουσιαστεί από το 360 π.Χ. από τον φιλόσοφο και μαθηματικό Αρχύτα (428 π.Χ.-347 π.Χ.). Ο Αρχύτας κατασκεύασε ένα κούφιο πήλινο περιστέρι, το οποίο γέμισε με νερό και στερέωσε στη συνέχεια με σκοινιά πάνω από μία φωτιά. Καθώς το νερό θερμαίνονταν, παρήγαγε ατμό και το περιστέρι μπορούσε να «πετάξει» καθώς ο ατμός ξέφευγε από τις τρύπες, που είχε διανοίξει στο σώμα του περιστεριού ο ευφυής εφευρέτης. Ο Αρχύτας δεν θα μπορούσε, φυσικά, να φανταστεί ποτέ ότι η ίδια θεμελιώδης φυσική αρχή που ωθούσε το περιστέρι του να πετάξει θα μετέφερε μια μέρα τον άνθρωπο στο Φεγγάρι.

Ξαναπιάνοντας το νήμα της ιστορίας μας θα πρέπει να διευκρινίσουμε εξαρχής τι συμβαίνει από φυσικής άποψης όταν ένα σώμα εκτοξεύεται από το έδαφος, αλλά και τι είναι αυτό που κρατά ένα δορυφόρο σε τροχιά χωρίς να πέφτει στο έδαφος. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να το κάνουμε αυτό από να διηγηθούμε το νοητικό πείραμα που ο ίδιος ο Νεύτωνας μελέτησε 300 και πλέον χρόνια πριν. Ο Νεύτωνας λοιπόν φαντάστηκε ένα πολύ ψηλό βουνό του οποίου η κορυφή έφτανε πάνω από την Γήινη ατμόσφαιρα έτσι ώστε το νοητικό του πείραμα να μην εμποδίζεται από την αντίσταση του αέρα. Στην κορυφή του βουνού τοποθέτησε ένα μεγάλο κανόνι, έτσι ώστε κάθε μπάλα που εκσφενδόνιζε να ακολουθεί διαφορετικές πορείες ανάλογα με την αρχική ταχύτητα που της προσέδιδε η δύναμη εκτόξευσής της.

Στην περίπτωση, που η αρχική ταχύτητα του βλήματος είναι πολύ χαμηλή, η δύναμη της βαρύτητας εξαναγκάζει το βλήμα να ακολουθήσει μια καμπύλη πορεία και να χτυπήσει εντέλει το έδαφος σε μικρή απόσταση από το βουνό. Αν όμως χρησιμοποιήσουμε μεγαλύτερη ποσότητα πυρίτιδας για να προσδώσουμε μεγαλύτερη αρχική ταχύτητα στο βλήμα μας, αυτό τότε θα διανύσει μεγαλύτερη απόσταση από το βουνό, διαγράφοντας και πάλι καμπύλη πορεία υπό την επίδραση της βαρύτητας. Ώσπου τελικά είναι δυνατό να προσδώσουμε στο βλήμα την ακριβή αρχική ταχύτητα που απαιτείται ώστε να ακολουθεί καμπύλη πορεία, αλλά να μη φτάνει στο έδαφος ποτέ, διαγράφοντας μια συνεχή τροχιά γύρω από την Γη. Η τροχιά αυτή δεν είναι παρά μια συνεχής πτώση του βλήματος γύρω από τη Γη και οφείλεται αφ' ενός μεν στην επίδραση της γήινης βαρύτητας και αφετέρου στην μεγάλη του αρχική ταχύτητα που φτάνει τα 28.000 χιλιόμετρα την ώρα. Με τον ίδιο τρόπο τοποθετούνται σε τροχιά γύρω από τη Γη τα διάφορα διαστημόπλοια και οι δορυφόροι.

Ένα διαστημόπλοιο σε τροχιά, με άλλα λόγια, ταξιδεύει με την απαιτούμενη ταχύτητα που χρειάζεται, έτσι ώστε η καμπυλότητα της πορείας του να ταιριάζει απόλυτα με την καμπυλότητα της Γης. Αν μειώσουμε την ταχύτητά του έστω και λίγο η πορεία που ακολουθεί θ' αλλάξει, και από κυκλική θα γίνει μια μακρά καμπύλη που θα καταλήξει τελικά στην επιφάνεια της Γης. Αυτό άλλωστε συμβαίνει και με τα διαστημόπλοια τα οποία όταν θέλουν να επιστρέψουν στη Γη πυροδοτούν τις πυραυλικές τους μηχανές προς την κατεύθυνση που κινούνται, "πατώντας" έτσι φρένο.

Ένας πύραυλος, λοιπόν, προωθείται καθώς η εκτόνωση των αερίων της καύσης προς τα πίσω, «σπρώχνουν» τον πύραυλο μπροστά. Πιο αναλυτικά η προωθητική δύναμη ενός πυραύλου είναι το γινόμενο της μάζας των αερίων που εκτονώνονται σε ένα δευτερόλεπτο επί την ταχύτητα της εκτόνωσής τους. Προφανώς, για να ανυψωθεί ο πύραυλος από το έδαφος θα πρέπει το βάρος του να είναι μικρότερο από την προωθητική δύναμη, ενώ η ταχύτητα με την οποία θα κινηθεί εξαρτάται αφενός από την ταχύτητα εκτόνωσης των αερίων και αφετέρου από την επονομαζόμενη σχέση μάζας, δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στη συνολική μάζα του πυραύλου κατά την στιγμή της εκτόξευσης και την τελική μάζα του όταν όλα τα καύσιμα θα έχουν εξαντληθεί. Εάν λοιπόν από θεωρητικής απόψεως η κατασκευή ενός πυραύλου φαίνεται σχετικά απλή, στην πράξη τα πράγματα δυσκολεύουν.

Κατ’ αρχήν, η ταχύτητα εκτόνωσης των αερίων της καύσης περιορίζεται από το γεγονός ότι η χημική ενέργεια που αποδίδουν τα αέρια της καύσης δεν μπορεί να υπερβεί ένα ανώτατο όριο, το οποίο εξαρτάται από τον συνδυασμό των καυσίμων που κατά περίπτωση χρησιμοποιούνται. Επιπλέον, η ταχύτητα εκτόνωσης των αερίων περιορίζεται και από την απαίτηση να διατηρηθεί η θερμοκρασία στα τοιχώματα του θαλάμου καύσης και του σωλήνα εκτόνωσης σε ανεκτά επίπεδα. Τέλος, όπως αναφέραμε και νωρίτερα σημαντικό ρόλο παίζει και η σχέση μάζας του πυραύλου. Σε αυτόν το τομέα έχει ήδη σημειωθεί μεγάλη πρόοδος, γεγονός που οφείλεται στην ανάπτυξη νέων υλικών, τα οποία έχουν περιορίσει σημαντικά το βάρος του σκελετού των πυραύλων, των κινητήρων και των δεξαμενών καυσίμων.

Με την ανακάλυψη των «πολυώροφων» πυραύλων, που έγινε αρχικά από τον Tsiolkovsky, δίνεται νέα ώθηση στην ανάπτυξη της πυραυλικής επιστήμης. Ο πολυώροφος πύραυλος ουσιαστικά αποτελείται από δύο ή περισσότερους πύραυλους, ο καθένας με τον δικό του κινητήρα. Μόλις ο πρώτος όροφος εξαντλήσει τα καύσιμά του, αποσπάται από το σύνολο, την ίδια στιγμή που πυροδοτείται ο δεύτερος κ.ο.κ. Με την επινόηση αυτή, ο πύραυλος απαλλάσσεται σταδιακά από το περιττό βάρος κερδίζοντας παράλληλα σημαντικά σε ταχύτητα. Όσους μάλιστα περισσότερους ορόφους έχει ένας πύραυλος τόσο μεγαλύτερη είναι και η τελική του ταχύτητα. Στη πράξη βέβαια ο αριθμός των ορόφων δεν υπερβαίνει τις περισσότερες φορές τους 2-3 (στην περίπτωση πυραύλων που προωθούνται με στερεά καύσιμα το όριο αυξάνεται στους 4-5) καθώς η αποκόλληση ενός ορόφου και η πυροδότηση του επομένου απαιτεί λεπτότατους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και η πιθανότητα βλάβης ανάλογα με τον αριθμό των ορόφων.

Μια παραλλαγή του πολυώροφου πυραύλου είναι ο πύραυλος «σε δεσμίδα», ο οποίος αντί να έχει τον έναν όροφο πάνω από τον άλλο τους έχει συνδεδεμένους κολλητά τον ένα δίπλα στον άλλο. Στην πραγματικότητα, κατά την κατασκευή και εκτόξευση ενός πυραύλου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και μια σειρά από άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η μεταβολή της πυκνότητας της ατμόσφαιρας με το ύψος, η αντίσταση του αέρα, η μεταβολή της βαρυτικής έλξης που ασκεί ο πλανήτης μας στον πύραυλο ανάλογα με το ύψος, ακόμα και η διεύθυνση προς την οποία θα εκτοξευθεί ο πύραυλος, προκειμένου να επωφεληθεί από την ταχύτητα περιστροφής της Γης γύρω από τον άξονά της.

Σε γενικές γραμμές για την προώθηση των πυραύλων χρησιμοποιούνται σήμερα δύο ειδών καύσιμα, στερεής και υγρής μορφής. Ιστορικά, από τα πρώτα πυροτεχνήματα και τις πρώτες ρουκέτες εξελίχθηκαν αρχικά οι πύραυλοι στερεών καυσίμων. Στα θετικά τους προσμετράται η μεγαλύτερη ευκολία αποθήκευσης και χειρισμού, όπως επίσης και η, τηρουμένων των αναλογιών, μειωμένη πολυπλοκότητα κατασκευής και ελέγχου, που τους καθιστά περισσότερο οικονομικούς. Από την άλλη, οι πύραυλοι στερεών καυσίμων αποδίδουν κατά κανόνα μικρότερη ορμή ανά μονάδα καυσίμου, ενώ και η κατασκευή πυραύλων στερεών καυσίμων με μεγάλη σχέση μάζας γίνεται πιο δύσκολη. Τέλος, τα στερεά καύσιμα είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθούν από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η καύση τους, αλλά ούτε και να σταματήσει η λειτουργία τους προτού τα καύσιμα καταναλωθούν εντελώς.

Αντιθέτως, οι πύραυλοι υγρών καυσίμων έχουν καλύτερη απόδοση ορμής σε σχέση με την ποσότητα των καυσίμων που καταναλώνουν, ενώ η πτήση τους μπορεί ανά πάσα στιγμή να ελεγχθεί, ακόμα και να σταματήσει εντελώς, ή να ξεκινήσει και πάλι από την αρχή. Επιπλέον, η χρήση υγρών καυσίμων επιτρέπει την κατασκευή πυραύλων με ευνοϊκότερη σχέση μάζας. Στα αρνητικά τους συγκαταλέγονται οι μεγαλύτερες δυσκολίες αποθήκευσης και χειρισμού, εξαιτίας της μεγάλης τους τοξικότητας, των απαιτούμενων υπερχαμηλών θερμοκρασιών (στην περίπτωση του υγρού οξυγόνου) κλπ. Επιπλέον, η κατασκευή των πυραύλων υγρών καυσίμων απαιτεί την κατασκευή ιδιαίτερα ανθεκτικών δεξαμενών καύσης που αυξάνουν το κόστος κατά πολύ.


Ο Ισαάκ Νεύτων (1643-1727), θεμελίωσε θεωρητικά την αρχή λειτουργίας των πυραύλων, με την δημοσίευση του έργου του με τίτλο Philosophiae Naturalis Principia Mathematica, ενός από τα κορυφαία επιστημονικά συγγράμματα όλων των εποχών.

Οι θεωρητικές βάσεις που εξηγούσαν την αρχή λειτουργίας της προώθησης των πυραύλων μέσα από την διατύπωση του νόμου δράσης-αντίδρασης, τέθηκαν, μεταξύ άλλων, στις 5 Ιουλίου 1687 με την δημοσίευση του βιβλίου του Νεύτωνα για τις «Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας». Στο κορυφαίο αυτό επιστημονικό πόνημα, ο Νεύτωνας περιέγραφε την βαρύτητα και τους τρεις νόμους της κίνησης των σωμάτων, κατορθώνοντας παράλληλα μέσα από αυτή του την θεώρηση να καταλήξει στους νόμους του Κέπλερ, οι οποίοι περιέγραφαν την κίνηση των πλανητών. Έτσι ο Νεύτωνας ήταν ο πρώτος επιστήμονας που κατάφερε να αποδείξει ότι η κίνηση των σωμάτων στη Γη και των ουράνιων σωμάτων στο Σύμπαν περιγράφονται από τους ίδιους φυσικούς νόμους. O νόμος δράσης-αντίδρασης, ο τρίτος από τους θεμελιώδεις νόμους της κίνησης του Νεύτωνα, ορίζει ότι σε κάθε δύναμη αντιστοιχεί μια δύναμη αντίδρασης, ίσης έντασης και αντίθετης φοράς, και προκύπτει στην ουσία από την αρχή της διατήρησης της ορμής, του φυσικού εκείνου μεγέθους που ορίζεται ως το γινόμενο της μάζας ενός σώματος επί την ταχύτητά του.

Στο κορυφαίο επιστημονικό πόνημά του, ο Νεύτωνας περιέγραφε την βαρύτητα και τους τρεις νόμους της κίνησης των σωμάτων, κατορθώνοντας παράλληλα μέσα από αυτή του την θεώρηση να καταλήξει στους νόμους του Κέπλερ, οι οποίοι περιέγραφαν την κίνηση των πλανητών.

Ο Νεύτωνας φαντάστηκε ένα πολύ ψηλό βουνό του οποίου η κορυφή έφτανε πάνω από την Γήινη ατμόσφαιρα έτσι ώστε το νοητικό του πείραμα να μην εμποδίζεται από την αντίσταση του αέρα. Στην κορυφή του βουνού τοποθέτησε ένα μεγάλο κανόνι, έτσι ώστε κάθε μπάλα που εκσφενδόνιζε να ακολουθεί διαφορετικές πορείες ανάλογα με την αρχική ταχύτητα που της προσέδιδε η δύναμη εκτόξευσής της. Στην περίπτωση, που η αρχική ταχύτητα του βλήματος είναι πολύ χαμηλή, η δύναμη της βαρύτητας εξαναγκάζει το βλήμα να ακολουθήσει μια καμπύλη πορεία και να χτυπήσει εντέλει το έδαφος σε μικρή απόσταση από το βουνό. Αν όμως χρησιμοποιήσουμε μεγαλύτερη ποσότητα πυρίτιδας για να προσδώσουμε μεγαλύτερη αρχική ταχύτητα στο βλήμα μας, αυτό τότε θα διανύσει μεγαλύτερη απόσταση από το βουνό, διαγράφοντας και πάλι καμπύλη πορεία υπό την επίδραση της βαρύτητας. Ώσπου τελικά είναι δυνατό να προσδώσουμε στο βλήμα την ακριβή αρχική ταχύτητα που απαιτείται ώστε να ακολουθεί καμπύλη πορεία, αλλά να μη φτάνει στο έδαφος ποτέ, διαγράφοντας μια συνεχή τροχιά γύρω από την Γη. Η τροχιά αυτή δεν είναι παρά μια συνεχής πτώση του βλήματος γύρω από τη Γη και οφείλεται αφ' ενός μεν στην επίδραση της γήινης βαρύτητας και αφετέρου στην μεγάλη του αρχική ταχύτητα που φτάνει τα 28.000 χιλιόμετρα την ώρα. Με τον ίδιο τρόπο τοποθετούνται σε τροχιά γύρω από τη Γη τα διάφορα διαστημόπλοια και οι δορυφόροι.

Η πρώτη πρακτική επίδειξη του νόμου δράσης-αντίδρασης είχε ήδη παρουσιαστεί από το 360 π.Χ. από τον φιλόσοφο και μαθηματικό Αρχύτα (428 π.Χ.-347 π.Χ.). Ο Αρχύτας κατασκεύασε ένα κούφιο πήλινο περιστέρι, το οποίο γέμισε με νερό και στερέωσε στη συνέχεια με σκοινιά πάνω από μία φωτιά. Καθώς το νερό θερμαίνονταν, παρήγαγε ατμό και το περιστέρι μπορούσε να «πετάξει» καθώς ο ατμός ξέφευγε από τις τρύπες, που είχε διανοίξει στο σώμα του περιστεριού ο ευφυής εφευρέτης. Ο Αρχύτας δεν θα μπορούσε, φυσικά, να φανταστεί ποτέ ότι η ίδια θεμελιώδης φυσική αρχή που ωθούσε το περιστέρι του να πετάξει θα μετέφερε μια μέρα τον άνθρωπο στο Φεγγάρι.

Ένας πύραυλος, λοιπόν, προωθείται καθώς η εκτόνωση των αερίων της καύσης προς τα πίσω, «σπρώχνουν» τον πύραυλο μπροστά. Πιο αναλυτικά η προωθητική δύναμη ενός πυραύλου είναι το γινόμενο της μάζας των αερίων που εκτονώνονται σε ένα δευτερόλεπτο επί την ταχύτητα της εκτόνωσής τους. Προφανώς, για να ανυψωθεί ο πύραυλος από το έδαφος θα πρέπει το βάρος του να είναι μικρότερο από την προωθητική δύναμη, ενώ η ταχύτητα με την οποία θα κινηθεί εξαρτάται αφενός από την ταχύτητα εκτόνωσης των αερίων και αφετέρου από την επονομαζόμενη σχέση μάζας, δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στη συνολική μάζα του πυραύλου κατά την στιγμή της εκτόξευσης και την τελική μάζα του όταν όλα τα καύσιμα θα έχουν εξαντληθεί.
Με την ανακάλυψη των «πολυώροφων» πυραύλων, που έγινε αρχικά από τον Tsiolkovsky, δίνεται νέα ώθηση στην ανάπτυξη της πυραυλικής επιστήμης. Ο πολυώροφος πύραυλος ουσιαστικά αποτελείται από δύο ή περισσότερους πύραυλους, ο καθένας με τον δικό του κινητήρα. Μόλις ο πρώτος όροφος εξαντλήσει τα καύσιμά του, αποσπάται από το σύνολο, την ίδια στιγμή που πυροδοτείται ο δεύτερος κ.ο.κ. Με την επινόηση αυτή, ο πύραυλος απαλλάσσεται σταδιακά από το περιττό βάρος κερδίζοντας παράλληλα σημαντικά σε ταχύτητα. Όσους μάλιστα περισσότερους ορόφους έχει ένας πύραυλος τόσο μεγαλύτερη είναι και η τελική του ταχύτητα. Στη πράξη βέβαια ο αριθμός των ορόφων δεν υπερβαίνει τις περισσότερες φορές τους 2-3 (στην περίπτωση πυραύλων που προωθούνται με στερεά καύσιμα το όριο αυξάνεται στους 4-5) καθώς η αποκόλληση ενός ορόφου και η πυροδότηση του επομένου απαιτεί λεπτότατους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και η πιθανότητα βλάβης ανάλογα με τον αριθμό των ορόφων.




Με την ανακάλυψη των «πολυώροφων» πυραύλων, που έγινε αρχικά από τον Tsiolkovsky, δίνεται νέα ώθηση στην ανάπτυξη της πυραυλικής επιστήμης. Ο πολυώροφος πύραυλος ουσιαστικά αποτελείται από δύο ή περισσότερους πύραυλους, ο καθένας με τον δικό του κινητήρα. Μόλις ο πρώτος όροφος εξαντλήσει τα καύσιμά του, αποσπάται από το σύνολο, την ίδια στιγμή που πυροδοτείται ο δεύτερος κ.ο.κ. Με την επινόηση αυτή, ο πύραυλος απαλλάσσεται σταδιακά από το περιττό βάρος κερδίζοντας παράλληλα σημαντικά σε ταχύτητα. Όσους μάλιστα περισσότερους ορόφους έχει ένας πύραυλος τόσο μεγαλύτερη είναι και η τελική του ταχύτητα. Στη πράξη βέβαια ο αριθμός των ορόφων δεν υπερβαίνει τις περισσότερες φορές τους 2-3 (στην περίπτωση πυραύλων που προωθούνται με στερεά καύσιμα το όριο αυξάνεται στους 4-5) καθώς η αποκόλληση ενός ορόφου και η πυροδότηση του επομένου απαιτεί λεπτότατους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και η πιθανότητα βλάβης ανάλογα με τον αριθμό των ορόφων. 

Μια παραλλαγή του πολυώροφου πυραύλου είναι ο πύραυλος «σε δεσμίδα», ο οποίος αντί να έχει τον έναν όροφο πάνω από τον άλλο τους έχει συνδεδεμένους κολλητά τον ένα δίπλα στον άλλο.

Σε γενικές γραμμές για την προώθηση των πυραύλων χρησιμοποιούνται σήμερα δύο ειδών καύσιμα, στερεής και υγρής μορφής. Ιστορικά, από τα πρώτα πυροτεχνήματα και τις πρώτες ρουκέτες εξελίχθηκαν αρχικά οι πύραυλοι στερεών καυσίμων. Στα θετικά τους προσμετράται η μεγαλύτερη ευκολία αποθήκευσης και χειρισμού, όπως επίσης και η, τηρουμένων των αναλογιών, μειωμένη πολυπλοκότητα κατασκευής και ελέγχου, που τους καθιστά περισσότεροοικονομικούς.

Οι πύραυλοι στερεών καυσίμων αποδίδουν κατά κανόνα μικρότερη ορμή ανά μονάδα καυσίμου, ενώ και η κατασκευή πυραύλων στερεών καυσίμων με μεγάλη σχέση μάζας γίνεται πιο δύσκολη. Τέλος, τα στερεά καύσιμα είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθούν από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η καύση τους, αλλά ούτε και να σταματήσει η λειτουργία τους προτού τα καύσιμα καταναλωθούν εντελώς.

Οι πύραυλοι υγρών καυσίμων έχουν καλύτερη απόδοση ορμής σε σχέση με την ποσότητα των καυσίμων που καταναλώνουν, ενώ η πτήση τους μπορεί ανά πάσα στιγμή να ελεγχθεί, ακόμα και να σταματήσει εντελώς, ή να ξεκινήσει και πάλι από την αρχή. Επιπλέον, η χρήση υγρών καυσίμων επιτρέπει την κατασκευή πυραύλων με ευνοϊκότερη σχέση μάζας.

Προσθήκη λεζάντας

Η προσπάθεια του ανθρώπου να πετάξει στο Διάστημα χάνεται στα βάθη των αιώνων, κρυμμένη στους μύθους των λαών όλου του κόσμου. Ένας από τους ωραιότερους μάλιστα είναι ο γνωστός σε όλους μας μύθος του Ίκαρου και του Δαίδαλου. Λιγότερο γνωστός είναι ένας άλλος μύθος που ξεπήδησε μέσα από τη λαϊκή παράδοση της Κίνας στις αρχές του 16ου αιώνα, ο οποίος αφηγείται την ιστορία του αξιωματούχου Wan Hoo που κατασκεύασε μια ιπτάμενη μηχανή, τοποθετώντας 47 ρουκέτες κάτω από ένα κάθισμα το οποίο είχε στηρίξει μεταξύ δύο οριζόντιων δοκών. Δυστυχώς αυτή η πρώτη προσπάθεια του Κινέζου Ίκαρου να υπερνικήσει την δύναμη της βαρύτητας έμελλε να είναι και η τελευταία του, αφού, όπως μας λέει ο ίδιος μύθος, με μια τεράστια έκρηξη λάμψης, φλόγας και θορύβου ο γενναίος Κινέζος αξιωματούχος εξαφανίστηκε από προσώπου Γης. Πότε όμως κατασκευάστηκαν οι πρώτες ρουκέτες;

Από την εποχή του Γαλιλαίου και ύστερα, η εξέλιξη των ιδεών στις φυσικές επιστήμες απέδειξε ότι τις περισσότερες φορές η βασική επιστημονική έρευνα είναι αυτή που καθοδηγεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η ανάπτυξη των ρουκετών αντίθετα ακολούθησε ανάδρομη πορεία, αφού το πρώτο βήμα στη μακραίωνη εξελικτική πορεία, που οδήγησε στη κατασκευή των σύγχρονων γιγάντιων πυραύλων, οι οποίοι μετέφεραν τον πρώτο άνθρωπο στο Διάστημα, είχε ήδη γίνει ίσως και 2.000 χρόνια νωρίτερα με την ανακάλυψη της πυρίτιδας από τους Κινέζους. Αναμειγνύοντας νίτρο, θείο και καρβουνόσκονη, Κινέζοι μοναχοί κατάφεραν να παρασκευάσουν ένα εκρηκτικό μείγμα το οποίο χρησιμοποιούσαν στις θρησκευτικές τελετές λατρείας των αρχέγονων θεοτήτων τους. Αυτά τα πρώτα βαρελότα, οι πρόδρομοι των σύγχρονων πυροτεχνημάτων που στολίζουν σε κάθε επέτειο και γιορτή τον νυχτερινό μας ουρανό, εξελίχθηκαν με τη πάροδο των αιώνων στη πρώτη μορφή ρουκετών, οι οποίες χρησιμοποιούσαν πυρίτιδα, δηλαδή στερεά καύσιμα, για την προώθησή τους και προηγήθηκαν χρονικά κατά πολύ από τις θεωρητικές βάσεις της πυραυλικής προώθησης, όπως διαμορφώθηκαν αρχικά από τον Νεύτωνα και εν συνεχεία από τους 4 πατέρες της σύγχρονης πυραυλικής επιστήμης.

Αν και δεν είναι απολύτως γνωστό πότε ακριβώς εμφανίστηκαν στην ιστορία αυτές οι πρώιμες μορφές πυραύλων, οι πρώτες μαρτυρίες χρησιμοποίησής τους ως όπλο σε πολεμικές συρράξεις εμφανίζονται μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα. Στη διάρκεια του 13ου αιώνα αυτά τα πρωτόγονα αυτοπροωθούμενα βλήματα πυρίτιδας βελτιώθηκαν και, σύμφωνα με τις πρώτες ιστορικά τεκμηριωμένες μαρτυρίες, χρησιμοποιήθηκαν το 1232 από τους Κινέζους στην Κάι-Φονγκ για να αποκρούσουν τους Μογγόλους πολιορκητές. Με το πέρας του 13ου αιώνα οι στρατοί της Ιαπωνίας, της Ιάβας, της Κορέας και της Ινδίας είχαν ήδη, απ’ ό,τι φαίνεται, αποκτήσει εκτεταμένες γνώσεις για να αρχίσουν να τα χρησιμοποιούν, εισάγοντας μάλιστα ρουκετοφόρα τάγματα στις τάξεις τους.

Οι απόψεις των ιστορικών για το πώς και πότε άρχισε να χρησιμοποιείται η πυρίτιδα και οι ρουκέτες στην Ευρώπη διίστανται. Σύμφωνα με ορισμένους, η χρήση τους εξαπλώθηκε προς δυσμάς ακολουθώντας την εισβολή των Μογγολικών ορδών στην Κεντρική Ευρώπη το 1240, ενώ το νέο αυτό όπλο υιοθετήθηκε και από τους Άραβες, όταν αντιμετώπισαν τους Μογγόλους στην εισβολή και κατάληψη της Βαγδάτης το 1258. Άλλοι ιστορικοί, πάλι, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι οι γνώσεις για τη παρασκευή και χρήση της πυρίτιδας και των ρουκετών μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη από εμπόρους που ακολουθούσαν το δρόμο του μεταξιού, και εξαπλώθηκαν δυτικά από τη Κίνα, αρχικά προς την Μέση Ανατολή και από εκεί στην Ευρώπη. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η παράξενη αυτή σκόνη και οι δυνατότητες που προσφέρει εντυπωσίασαν όπως ήταν αναμενόμενο τους Ευρωπαίους αρκετά ώστε να αρχίσουν και οι ίδιοι τις έρευνες για την βελτίωσή τους.

Ο Φραγκισκανός μοναχός Roger Bacon (1214-1294), για παράδειγμα, δημοσίευσε γύρω στο 1260 βελτιωμένη φόρμουλα παρασκευής πυρίτιδας. Σ’ όλη τη διάρκεια του 14ου αιώνα η έρευνα για την βελτίωση της πυρίτιδας και της προώθησης των ρουκετών συνεχίστηκαν, ενώ εμφανίστηκαν συγχρόνως και τα πρώτα σχέδια εκτόξευσης ρουκετών από σωλήνες. Καθώς η κατασκευή και οι πειραματισμοί για την βελτίωση των ρουκετών διευρύνθηκαν, η χρησιμοποίησή τους στις πολεμικές συρράξεις που ακολούθησαν εξαπλώθηκε σημαντικά. Στη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα κάλυπταν το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης και της Ασίας, ενώ με αφορμή τον Πόλεμο του 1812 μεταξύ Αμερικής και Βρετανίας μεταφέρθηκαν από τους Βρετανούς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπου και χρησιμοποιήθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στην διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου.

Παρόλα αυτά, αν και γεωγραφικά η εξάπλωση των ρουκετών κάλυψε λίγο ως πολύ σχεδόν ολόκληρη την υφήλιο, η χρήση τους όχι μόνο παρέμενε περιορισμένη, αλλά άρχισε σταδιακά να αποσύρεται από τα πεδία των μαχών εξαιτίας της πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας, ευθυβολίας και αποτελεσματικότητας του πυροβολικού. Οι επιστήμονες και οι ερευνητές δεν έπαψαν ωστόσο να ασχολούνται με την βελτίωσή τους. Την περίοδο εκείνη εμφανίστηκαν και οι πρώτες «εναλλακτικές» εφαρμογές των ρουκετών ως μέσα σηματοδότησης και φωτισμού, ως ναυαγοσωστικά μέσα και ως προωθητήρες για τα καμάκια των φαλαινοθηρικών. Με τη δύση του 19ου αιώνα αυτή η πρώιμη και μακραίωνη περίοδος της εξέλιξης των πυραύλων έσβησε οριστικά, για να δώσει σιγά-σιγά την θέση της στις επαναστατικές εξελίξεις που οδήγησαν στην αυγή της διαστημικής εποχής, χάρη στις εμπνευσμένες προσπάθειες των σύγχρονων πρωτοπόρων της επιστήμης της πυραυλικής: του Tsiolkovsky, του Goddard, του Oberth και του Esnault-Pelterie.

Αναμειγνύοντας νίτρο, θείο και καρβουνόσκονη, Κινέζοι μοναχοί κατάφεραν να παρασκευάσουν ένα εκρηκτικό μείγμα το οποίο χρησιμοποιούσαν στις θρησκευτικές τελετές λατρείας των αρχέγονων θεοτήτων τους. Αυτά τα πρώτα βαρελότα, οι πρόδρομοι των σύγχρονων πυροτεχνημάτων που στολίζουν σε κάθε επέτειο και γιορτή τον νυχτερινό μας ουρανό, εξελίχθηκαν με τη πάροδο των αιώνων στη πρώτη μορφή ρουκετών, οι οποίες χρησιμοποιούσαν πυρίτιδα, δηλαδή στερεά καύσιμα, για την προώθησή τους και προηγήθηκαν χρονικά κατά πολύ από τις θεωρητικές βάσεις της πυραυλικής προώθησης

Η προσπάθεια του ανθρώπου να πετάξει στο Διάστημα χάνεται στα βάθη των αιώνων, κρυμμένη στους μύθους των λαών όλου του κόσμου. Ένας από τους ωραιότερους μάλιστα είναι ο γνωστός σε όλους μας μύθος του Ίκαρου και του Δαίδαλου.

Ένας άλλος μύθος που ξεπήδησε μέσα από τη λαϊκή παράδοση της Κίνας στις αρχές του 16ου αιώνα, ο οποίος αφηγείται την ιστορία του αξιωματούχου Wan Hoo που κατασκεύασε μια ιπτάμενη μηχανή, τοποθετώντας 47 ρουκέτες κάτω από ένα κάθισμα το οποίο είχε στηρίξει μεταξύ δύο οριζόντιων δοκών. Δυστυχώς αυτή η πρώτη προσπάθεια του Κινέζου Ίκαρου να υπερνικήσει την δύναμη της βαρύτητας έμελλε να είναι και η τελευταία του, αφού, όπως μας λέει ο ίδιος μύθος, με μια τεράστια έκρηξη λάμψης, φλόγας και θορύβου ο γενναίος Κινέζος αξιωματούχος εξαφανίστηκε από προσώπου Γης.

Αν και δεν είναι απολύτως γνωστό πότε ακριβώς εμφανίστηκαν στην ιστορία οι πρώιμες μορφές πυραύλων, οι πρώτες μαρτυρίες χρησιμοποίησής τους ως όπλο σε πολεμικές συρράξεις εμφανίζονται μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα.

Στη διάρκεια του 13ου αιώνα τα πρωτόγονα αυτοπροωθούμενα βλήματα πυρίτιδας βελτιώθηκαν και, σύμφωνα με τις πρώτες ιστορικά τεκμηριωμένες μαρτυρίες, χρησιμοποιήθηκαν το 1232 από τους Κινέζους στην Κάι-Φονγκ για να αποκρούσουν τους Μογγόλους πολιορκητές.

Καθώς η κατασκευή και οι πειραματισμοί για την βελτίωση των ρουκετών διευρύνθηκαν, η χρησιμοποίησή τους στις πολεμικές συρράξεις που ακολούθησαν εξαπλώθηκε σημαντικά.

Στη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα κάλυπταν το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης και της Ασίας, ενώ με αφορμή τον Πόλεμο του 1812 μεταξύ Αμερικής και Βρετανίας μεταφέρθηκαν από τους Βρετανούς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπου και χρησιμοποιήθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στην διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου.

Στη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα κάλυπταν το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης και της Ασίας, ενώ με αφορμή τον Πόλεμο του 1812 μεταξύ Αμερικής και Βρετανίας μεταφέρθηκαν από τους Βρετανούς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπου και χρησιμοποιήθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στην διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου.

Στη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα κάλυπταν το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης και της Ασίας, ενώ με αφορμή τον Πόλεμο του 1812 μεταξύ Αμερικής και Βρετανίας μεταφέρθηκαν από τους Βρετανούς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπου και χρησιμοποιήθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στην διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου.

Με τη δύση του 19ου αιώνα η πρώιμη και μακραίωνη περίοδος της εξέλιξης των πυραύλων έσβησε οριστικά, για να δώσει σιγά-σιγά την θέση της στις επαναστατικές εξελίξεις που οδήγησαν στην αυγή της διαστημικής εποχής, χάρη στις εμπνευσμένες προσπάθειες των σύγχρονων πρωτοπόρων της επιστήμης της πυραυλικής: του Tsiolkovsky, του Goddard, του Oberth και του Esnault-Pelterie.

Από τη πρώτη στιγμή που οι μακρινοί μας πρόγονοι στάθηκαν στα δύο τους πόδια και αντίκρισαν το εντυπωσιακό πανόραμα του νυχτερινού έναστρου ουρανού, η Σελήνη αιχμαλώτισε τη φαντασία τους. Όπως και σε κάθε άλλο φυσικό φαινόμενο που αδυνατούσαν να κατανοήσουν ή να ερμηνεύσουν έτσι και στη Σελήνη προσέδωσαν αρχικά μυστικιστικές ιδιότητες και τη λάτρεψαν ως θεότητα. Η απαρχή των επιστημών, η προσπάθεια δηλαδή να ερμηνευτεί αυτός ο «εξαίσιος νέος κόσμος» με ορθολογικό τρόπο, απαλλαγμένο από θρησκευτικές δοξασίες και αναγωγή σε υπερφυσικά φαινόμενα, αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία με την εμφάνιση των φυσικών φιλοσόφων της Ιωνίας.

Με το πέρασμα των αιώνων, καθώς οι επιστημονικές γνώσεις αυξάνονταν και τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, αυτή η εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει το κόσμο και τα φυσικά φαινόμενα μας οδήγησε σε μια σειρά από επαναστατικές ανακαλύψεις. Ξεκινώντας με τη μεγάλη συνεισφορά του Κοπέρνικου, του Κέπλερ, του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα, κορυφώθηκε στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα με την θεμελίωση της κβαντικής φυσικής και των θεωριών της σχετικότητας, που αποτελούν και τα θεμέλια της σύγχρονης επιστήμης. Παράλληλα, οι μεγάλοι θεωρητικοί πρόδρομοι της εξερεύνησης του Διαστήματος θεμελίωσαν την επιστήμη της πυραυλικής, δίνοντας σάρκα και οστά στα όνειρα του ανθρώπου για την εξερεύνηση άλλων κόσμων.

Και όμως, όταν τελικά ο Neil Armstrong και ο Edwin “Buzz” Aldrin έκαναν το 1969 το πρώτο μικρό βήμα τους στην επιφάνεια της Σελήνης, το γιγάντιο αυτό άλμα για την ανθρωπότητα δεν ήταν τόσο το αποτέλεσμα αυτού του συναρπαστικού ταξιδιού για την αποκρυπτογράφηση των μυστικών του Σύμπαντος όσο το αποτέλεσμα του σκληρού και αδυσώπητου ανταγωνισμού μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων της εποχής: της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αυτό ακριβώς υποστήριξε αρκετά χρόνια αργότερα και ο Frank Borman, διοικητής της διαστημικής αποστολής Apollo 8, λέγοντας ότι «η αντίληψη ότι το Πρόγραμμα Apollo ήταν ένα μεγάλο ταξίδι εξερευνήσεων και επιστημονικών ανακαλύψεων είναι τελείως λανθασμένη, αφού ο κύριος λόγος μας ήταν να κερδίσουμε τους Ρώσους.» Αυτού του είδους οι απόψεις ήταν ευρέως διαδεδομένες την εποχή εκείνη, για την πλήρη κατανόησή τους όμως θα χρειαστεί να μεταφερθούμε λίγο πίσω στο χρόνο.

Στα τέλη περίπου του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, τότε που είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται οι συνθήκες γι’ αυτό που έμελλε να μείνει γνωστό στην ιστορία ως Ψυχρός Πόλεμος, οι Αμερικανοί και οι Σοβιετικοί είχαν επιδοθεί σε έναν άνευ προηγουμένου αγώνα δρόμου προκειμένου να αρπάξουν ο ένας από τα χέρια του άλλου τη γερμανική τεχνολογία και τους Γερμανούς επιστήμονες που συνέβαλαν τόσο πολύ στη κατασκευή της γερμανικής πολεμικής μηχανής και κυρίως εκείνους που είχαν συνεισφέρει στο γερμανικό πυραυλικό πρόγραμμα στο Peenemünde. Όπως αποδείχτηκε 25 περίπου χρόνια αργότερα, περισσότερο ωφελημένοι βγήκαν οι Αμερικανοί αφού, με την «Επιχείρηση Συνδετήρας» κατάφεραν να μεταφέρουν από τη Γερμανία στις ΗΠΑ έναν μεγάλο αριθμό επιστημόνων, πολλοί από τους οποίους ήσαν ενεργά μέλη του Γερμανικού Ναζιστικού Κόμματος, περιλαμβανομένου και του Wernher von Braun (1912-1977), του επιστήμονα που σχεδίασε τους πυραύλους Saturn V, οι οποίοι έστειλαν τους πρώτους αστροναύτες στη Σελήνη.

Καθώς οι σφαίρες επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής διαμορφώνονταν με την ίδρυση του NATO και λίγο αργότερα του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η ιδεολογική, τεχνολογική και πολιτιστική διαμάχη των δύο πόλων οδήγησε σε έναν πολύχρονο ανταγωνισμό για την επιβεβαίωση των πολιτικών τους θέσεων και την υπερίσχυση των στρατηγικών τους στόχων. Αναπόσπαστο τμήμα σε αυτή τη διαμάχη αποτέλεσε η επιστημονική και τεχνολογική διελκυστίνδα μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, η οποία παράλληλα με την κούρσα των εξοπλισμών οδήγησε αναπόφευκτα και στην κούρσα για την κατάκτηση του Διαστήματος.

Είναι γεγονός ότι ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ Δυτικών και Ανατολικών οδήγησε σε σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις και τεχνολογικές καινοτομίες. Αυτές όμως δεν ήταν τόσο απόρροια της διαχρονικής επιθυμίας να κατανοηθεί ο κόσμος και τα φυσικά φαινόμενα ούτε φυσικά η διεύρυνση των ορίων της γνώσης μας γι’ αυτό που έχει επικρατήσει να ονομάζεται «κοινό καλό», όσο η επιβεβαίωση της ιδεολογικής, επιστημονικής και πολιτιστικής υπεροχής του κάθε πόλου. Έτσι, οι διαστημικές πρωτιές που αφορούσαν στην εξερεύνηση του Διαστήματος, όπως για παράδειγμα η κατασκευή και η τοποθέτηση σε τροχιά τεχνητών δορυφόρων, η αποστολή ανθρώπων στο Διάστημα και η προσσελήνωση αστροναυτών στην Σελήνη αποτέλεσαν μέσα σε αυτό το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής κεφαλαιώδεις στόχους προς επίτευξη.

Το πρώτο διαστημικό ρεκόρ, που σηματοδότησε και επίσημα πλέον την έναρξη του αμερικανοσοβιετικού ανταγωνισμού για την κατάκτηση του Διαστήματος, καταρρίφθηκε από τη Σοβιετική Ένωση στις 4 Οκτωβρίου 1957 με την εκτόξευση του Sputnik 1, του πρώτου τεχνητού δορυφόρου που τέθηκε σε τροχιά γύρω από τη Γη. Αυτή η εντυπωσιακή για την εποχή της επιτυχία του Sputnik 1 ισοδυναμούσε για πολλούς Αμερικανούς με ένα διαστημικό Pearl Harbor. Πολύ περισσότερο δε που, δύο μήνες αργότερα, την ακολούθησε η εξίσου εντυπωσιακή αποτυχία του αμερικανικού Vanguard TV3, η οποία μάλιστα μεταδόθηκε ζωντανά από τη τηλεόραση. Ήταν η 6η Δεκεμβρίου 1957, όταν δύο μόλις δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευσή του και έχοντας ανυψωθεί ένα μόλις μέτρο πάνω από την επιφάνεια της Γης, ο Vanguard έχασε την ανυψωτική του ώθηση και έπεσε πίσω στην πλατφόρμα εκτόξευσης όπου και ανατινάχτηκε, επιτείνοντας το αίσθημα αποτυχίας των Αμερικανών καταμεσής του Ψυχρού Πολέμου.

Το Αμερικανικό Κογκρέσο, θορυβημένο από αυτό που θεωρούσε ως απειλή για την ασφάλεια και την τεχνολογική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, προέτρεψε την κυβέρνηση σε άμεση αντίδραση. Ο λόγος ήταν προφανής και αιτιολογήθηκε από τον von Braun με τα εξής λόγια: «… ο έλεγχος του Διαστήματος που περιβάλλει τη Γη δε διαφέρει και πολύ από τον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Ναυτικές δυνάμεις μεταξύ του 16ου και 18ου αιώνα αντιμετώπιζαν τον έλεγχο των θαλασσών...(αφού) εάν θέλουμε να ελέγχουμε αυτό τον πλανήτη θα πρέπει να ελέγχουμε και το Διάστημα γύρω του.»

Η απαρχή των επιστημών, η προσπάθεια δηλαδή να ερμηνευτεί αυτός ο «εξαίσιος νέος κόσμος» με ορθολογικό τρόπο, απαλλαγμένο από θρησκευτικές δοξασίες και αναγωγή σε υπερφυσικά φαινόμενα, αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία με την εμφάνιση των φυσικών φιλοσόφων της Ιωνίας.

H εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει το κόσμο και τα φυσικά φαινόμενα μας οδήγησε σε μια σειρά από επαναστατικές ανακαλύψεις που ξεκίνησαν με τη μεγάλη συνεισφορά του Κοπέρνικου, του Κέπλερ, του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα.

Ο Frank Borman, διοικητής της διαστημικής αποστολής Apollo 8, ανέφερε ότι «η αντίληψη ότι το Πρόγραμμα Apollo ήταν ένα μεγάλο ταξίδι εξερευνήσεων και επιστημονικών ανακαλύψεων είναι τελείως λανθασμένη, αφού ο κύριος λόγος μας ήταν να κερδίσουμε τους Ρώσους.»

Με την «Επιχείρηση Συνδετήρας» οι Αμερικανοί κατάφεραν να μεταφέρουν από τη Γερμανία στις ΗΠΑ έναν μεγάλο αριθμό επιστημόνων, πολλοί από τους οποίους ήσαν ενεργά μέλη του Γερμανικού Ναζιστικού Κόμματος, περιλαμβανομένου και του Wernher von Braun (1912-1977), του επιστήμονα που σχεδίασε τους πυραύλους Saturn V, οι οποίοι έστειλαν τους πρώτους αστροναύτες στη Σελήνη.


Οι σφαίρες επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής οδήγησαν σε έναν πολύχρονο ανταγωνισμό για την επιβεβαίωση των πολιτικών τους θέσεων και την υπερίσχυση των στρατηγικών τους στόχων περιλαμβανομένου και της κούρσας για την κατάκτηση του Διαστήματος.

Οι διαστημικές πρωτιές που αφορούσαν στην εξερεύνηση του Διαστήματος, όπως για παράδειγμα η κατασκευή και η τοποθέτηση σε τροχιά τεχνητών δορυφόρων, η αποστολή ανθρώπων στο Διάστημα και η προσσελήνωση αστροναυτών στην Σελήνη αποτέλεσαν μέσα σε αυτό το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής κεφαλαιώδεις στόχους προς επίτευξη.

Στις 6 Δεκεμβρίου 1957, δύο μόλις δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευσή του και έχοντας ανυψωθεί ένα μόλις μέτρο πάνω από την επιφάνεια της Γης, ο πύραυλος Vanguard, που θα μετέφερα τον πρώτο Αμερικανικό δορυφόρο στο Διάστημα, έχασε την ανυψωτική του ώθηση και έπεσε πίσω στην πλατφόρμα εκτόξευσης όπου και ανατινάχτηκε, επιτείνοντας το αίσθημα αποτυχίας των Αμερικανών καταμεσής του Ψυχρού Πολέμου.

Ο W. von Braun ανέφερε την σπουδαιότητα του Διαστήματος ως εξής: «… ο έλεγχος του Διαστήματος που περιβάλλει τη Γη δε διαφέρει και πολύ από τον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Ναυτικές δυνάμεις μεταξύ του 16ου και 18ου αιώνα αντιμετώπιζαν τον έλεγχο των θαλασσών...(αφού) εάν θέλουμε να ελέγχουμε αυτό τον πλανήτη θα πρέπει να ελέγχουμε και το Διάστημα γύρω του.»


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ:

ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ 7

Οι πολύμηνες αναλύσεις, συζητήσεις και διαφωνίες μεταξύ των Αμερικανών πολιτικών, επιστημόνων και μηχανικών που ακολούθησαν οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον αγώνα για την κατάκτηση του Διαστήματος ήταν εφικτή, με την προϋπόθεση όμως ότι θα ιδρύονταν μια νέα ομοσπονδιακή υπηρεσία, η οποία θα σχεδίαζε, θα έλεγχε και θα υλοποιούσε όλες τις μη στρατιωτικές δραστηριότητες των Ηνωμένων Πολιτειών στο Διάστημα. Έτσι, στις 29 Ιουλίου 1958 ο Αμερικανός Πρόεδρος Dwight Eisenhower (1890-1969) υπέγραψε το Νόμο περί Εθνικής Αεροναυτικής και Διαστήματος ιδρύοντας την Εθνική Υπηρεσία Αεροναυτικής και Διαστήματος, τη γνωστή με το ακρωνύμιό της ως NASA, η οποία ξεκίνησε και επίσημα τη λειτουργία της την 1η Οκτωβρίου 1958.

Πολλές από τις προσπάθειες των Αμερικανών για την κατάκτηση του Διαστήματος την εικοσαετία που ακολούθησε είχαν τις ρίζες της σε ένα, άγνωστο στο ευρύ κοινό, εργαστήριο της NASA στο Ερευνητικό Κέντρο Langley της Βιρτζίνια. Εκεί που μια μικρή ομάδα μηχανικών και επιστημόνων ήδη οραματίζονταν και σχεδίαζαν τις πρώτες τους κινήσεις για την κατάκτηση του Διαστήματος. Κι όμως. Αρκετές από τις διαστημικές πρωτιές που ακολούθησαν συνέχισαν να καταρρίπτονται από τους Ρώσους. Ήδη από το 1959 το μη επανδρωμένο σοβιετικό Luna 3 είχε στείλει τις πρώτες εικόνες από τη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης, ενώ στις 12 Απριλίου 1961 ο Σοβιετικός Yuri Gagarin έγινε ο πρώτος άνθρωπος που «πέταξε» στο Διάστημα. Η αμερικανική πλευρά άρχισε πλέον να συνειδητοποιεί ότι μόνο μια εντυπωσιακή εξόρμηση θα κατάφερνε να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί στις ΗΠΑ και θα αιχμαλώτιζε το μυαλό και τις καρδιές των ανθρώπων παγκοσμίως. Άρχισε έτσι να γίνεται αντιληπτό ότι την τελική και πιο εντυπωσιακή παρτίδα αυτού του διαστημικού πόκερ θα κέρδιζε η πλευρά που θα κατόρθωνε να στείλει με επιτυχία και ασφάλεια τον πρώτο άνθρωπο στη Σελήνη.

Παρά τις αντιδράσεις ορισμένων επιστημόνων, οι οποίοι ήσαν εναντίον των επανδρωμένων αποστολών γενικότερα, η ιδέα μιας επανδρωμένης αποστολής στη Σελήνη άρχισε να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος. Ο Πρόεδρος John F. Kennedy (1917-1963) όμως στην αρχή δίσταζε να την υιοθετήσει, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι σε περίπτωση αποτυχίας υπήρχε ο κίνδυνος να παραμείνουν Αμερικανοί αστροναύτες εγκλωβισμένοι στη Σελήνη χωρίς να είναι δυνατή η διάσωσή τους ή, κι αυτό ίσως να ήταν ακόμα χειρότερο, να περιφέρονται αιώνια στο Διάστημα σε μια διαστημοσυσκευή-φέρετρο. Γι’ αυτό προτού δεσμεύσει το αμερικανικό έθνος στην επίτευξη αυτού του στόχου απαίτησε από τη NASA αποδείξεις ότι η αποστολή αστροναυτών στο Διάστημα μπορεί να γίνει με ασφάλεια. Την απόδειξη αυτή την έδωσε στις 5 Μαΐου 1961 ο Alan Shepard, ο πρώτος Αμερικανός που κατόρθωσε να πετάξει στο Διάστημα με τη διαστημοσυσκευή Freedom 7, υλοποιώντας το βασικό στόχο του διαστημικού προγράμματος Mercury.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 25 Μαΐου 1961, ο Πρόεδρος Kennedy σε μιαν ιστορική ομιλία προς το Κογκρέσο έθεσε τους στόχους του Αμερικανικού Διαστημικού προγράμματος για την δεκαετία του 1960 με τα ακόλουθα λόγια: «…πιστεύω ότι αυτό το έθνος οφείλει να δεσμευτεί στο να αποστείλει, πριν από το πέρας αυτής της δεκαετίας, έναν άνθρωπο στη Σελήνη και να τον μεταφέρει με ασφάλεια πίσω στη Γη. Καμία άλλη διαστημική αποστολή αυτή τη χρονική περίοδο δεν θα είναι περισσότερο εντυπωσιακή για την ανθρωπότητα ή πιο σημαντική για την μελλοντική εξερεύνηση του Διαστήματος». Κάτι που επανέλαβε και πάλι στις 12 Σεπτεμβρίου του 1962 σε μία ιστορική ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Rice στο Houston του Texas.

Για να φτάσει κανείς στη Σελήνη απαιτείται ένας ισχυρότατος πύραυλος, ο οποίος θα έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει ένα σχετικά μεγάλο ωφέλιμο φορτίο, το οποίο θα περιλαμβάνει τους αστροναύτες και τη διαστημοσυσκευή. Με ποιο τρόπο όμως θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Αν και οι βασικές αρχές προώθησης ενός πυραύλου στο κενό ήταν ήδη γνωστές, όπως επίσης και τα πλεονεκτήματα ενός πυραύλου πολλαπλών ορόφων, με ποιον ακριβώς τρόπο θα μεταφέρονταν οι αστροναύτες στη Σελήνη και πώς θα επέστρεφαν; Οι μηχανικοί γνώριζαν και ήδη μελετούσαν εκείνη την εποχή τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα δύο διακριτών προσεγγίσεων: την «Μέθοδο Άμεσης Ανόδου» και την «Συνάντηση σε Τροχιά Γύρω από τη Γη».

Η Άμεση Άνοδος βασιζόταν στην χρησιμοποίηση ενός μόνο αλλά πανίσχυρου πυραύλου, ο οποίος θα μετέφερε την διαστημοσυσκευή και τους αστροναύτες απευθείας στη Σελήνη. Οι διαστάσεις του πυραύλου αυτού, που είχε ονομαστεί NOVA, θα έπρεπε να είναι τεράστιες. Πολύ περισσότερο θα έπρεπε να είναι έτσι σχεδιασμένος ώστε να μπορεί να προσσεληνωθεί «με την ουρά», ώστε να μπορεί με το πέρας της αποστολής του να εκτοξευτεί από τη Σελήνη και να επιστρέψει στη Γη. Όταν όμως για την εκτόξευση ενός πυραύλου από τις τεράστιες εγκαταστάσεις του Ακρωτηρίου Κανάβεραλ απαιτούνταν η αρμονική συνεργασία εκατοντάδων επιστημόνων, μηχανικών και τεχνικών, πώς θα μπορούσαν τρεις αστροναύτες μόνοι τους να επιτύχουν κάτι παρόμοιο στην επιφάνεια της Σελήνης;

Έτσι έγινε σιγά-σιγά κατανοητό ότι τα τεχνικά προβλήματα κατασκευής ενός τέτοιου κολοσσού ήταν σχεδόν ανυπέρβλητα, ενώ οι τεράστιες ποσότητες των καυσίμων που θα απαιτούσε η προώθηση του στη Σελήνη καθιστούσε παράλληλα τη χρήση του ιδιαιτέρως επισφαλή, αφού σε περίπτωση ατυχήματος τη στιγμή της εκτόξευσης ένα μεγάλο μέρος των εγκαταστάσεων θα μπορούσε να καταστραφεί. Αν και αρχικά αρκετοί επιστήμονες της NASA προτιμούσαν αυτή τη μέθοδο, γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι οι τεχνολογικές προκλήσεις της απευθείας μεταφοράς όλων των απαραίτητων καυσίμων προς τη Σελήνη, αλλά και οι απαιτήσεις που θα είχε ο πύραυλος να επιταχύνει ενώ θα προσπαθούσε να διαφύγει από το βαρυτικό πεδίο της Γης και της Σελήνης και να επιβραδύνει ανάλογα όταν θα τα πλησίαζε ήταν αδύνατο να επιλυθούν στα στενά χρονικά πλαίσια που είχαν τεθεί, καθιστώντας την υλοποίηση αυτού του προγράμματος ουτοπική.

Η δεύτερη προσέγγιση, ένθερμος υποστηρικτής της οποίας ήταν ο von Braun και η ομάδα του στο Κέντρο Διαστημικών Πτήσεων Marshall, ήταν η «Συνάντηση σε Τροχιά γύρω από τη Γη». Αυτή η μέθοδος ανόδου βασιζόταν στη χρησιμοποίηση δύο μικρότερων πυραύλων, οι οποίοι θα μετέφεραν στο Διάστημα δύο επιμέρους διαστημοσυσκευές, οι οποίες θα συναντιόνταν σε τροχιά γύρω από τη Γη, όπου και θα συνδέονταν μεταξύ τους σαν ένα είδος διαστημικού σταθμού. Από τις δύο διαστημοσυσκευές που είχαν ενωθεί θα προέκυπτε μία τρίτη, η οποία αφού θα γέμιζε με καύσιμα, θα αποσυνδεόταν από τις άλλες δύο, για να μεταφέρει τους αστροναύτες στη Σελήνη.

Με την ολοκλήρωση της αποστολής τους οι αστροναύτες θα επέστρεφαν με την ίδια διαστημοσυσκευή στο «διαστημικό σταθμό», και από εκεί στη Γη. Στα θετικά αυτής της προσέγγισης συμπεριλαμβάνονταν και το γεγονός ότι απαιτούνταν λιγότερο ισχυροί πύραυλοι, οι οποίοι ουσιαστικά υπήρχαν αφού οι νέοι Saturn βρίσκονταν στα τελευταία στάδια ανάπτυξής τους. Η προσέγγιση αυτή είχε αρκετούς υποστηρικτές μέσα στη NASA, και κυρίως εκείνους που, όπως ο von Braun, αναγνώριζαν ότι η κατασκευή μιας πλατφόρμας σε τροχιά γύρω από τη Γη θα μπορούσε να έχει και πολλές άλλες χρήσεις, επιστημονικές και στρατιωτικές. Έτσι, στα τέλη του 1961 με αρχές 1962 συστήθηκαν δύο ομάδες εργασίας με στόχο να αξιολογήσουν τις δύο μεθόδους, προκειμένου να επιλέξουν την καλύτερη.

Μερικές από τις πιο πάνω ιδέες βασίστηκαν σε σχέδια που είχε διαμορφώσει ο ίδιος ο Werner von Braun από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 για μια σειρά εκπαιδευτικών ταινιών του Walt Disney. Στη σειρά αυτή ο von Braun περιέγραφε ορισμένες ιδέες που 14 χρόνια αργότερα θα χρησίμευαν στο πρόγραμμα Apollo!

στις 29 Ιουλίου 1958 ο Αμερικανός Πρόεδρος Dwight Eisenhower (1890-1969) υπέγραψε το Νόμο περί Εθνικής Αεροναυτικής και Διαστήματος ιδρύοντας την Εθνική Υπηρεσία Αεροναυτικής και Διαστήματος, τη γνωστή με το ακρωνύμιό της ως NASA, η οποία ξεκίνησε και επίσημα τη λειτουργία της την 1η Οκτωβρίου 1958.
Πολλές από τις προσπάθειες των Αμερικανών για την κατάκτηση του Διαστήματος είχαν τις ρίζες τους σε ένα, άγνωστο στο ευρύ κοινό, εργαστήριο της NASA στο Ερευνητικό Κέντρο Langley της Βιρτζίνια. Εκεί που μια μικρή ομάδα μηχανικών και επιστημόνων ήδη οραματίζονταν και σχεδίαζαν τις πρώτες τους κινήσεις για την κατάκτηση του Διαστήματος.



Στις 12 Απριλίου 1961 ο Σοβιετικός Yuri Gagarin έγινε ο πρώτος άνθρωπος που «πέταξε» στο Διάστημα.

Με την πτήση του Γκαγκάριν η αμερικανική πλευρά άρχισε πλέον να συνειδητοποιεί ότι μόνο μια εντυπωσιακή εξόρμηση θα κατάφερνε να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί στις ΗΠΑ και θα αιχμαλώτιζε το μυαλό και τις καρδιές των ανθρώπων παγκοσμίως.

Στις 5 Μαΐου 1961 ο Alan Shepard, ο πρώτος Αμερικανός που κατόρθωσε να πετάξει στο Διάστημα με τη διαστημοσυσκευή Freedom 7, υλοποιώντας το βασικό στόχο του διαστημικού προγράμματος Mercury.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 25 Μαΐου 1961, ο Πρόεδρος Kennedy σε μιαν ιστορική ομιλία προς το Κογκρέσο έθεσε τους στόχους του Αμερικανικού Διαστημικού προγράμματος για την δεκαετία του 1960 με τα ακόλουθα λόγια: «…πιστεύω ότι αυτό το έθνος οφείλει να δεσμευτεί στο να αποστείλει, πριν από το πέρας αυτής της δεκαετίας, έναν άνθρωπο στη Σελήνη και να τον μεταφέρει με ασφάλεια πίσω στη Γη. Καμία άλλη διαστημική αποστολή αυτή τη χρονική περίοδο δεν θα είναι περισσότερο εντυπωσιακή για την ανθρωπότητα ή πιο σημαντική για την μελλοντική εξερεύνηση του Διαστήματος».

Την απόφαση των ΗΠΑ να στείλουν άνθρωπο στη Σελήνη ο Πρόεδρος Κένεντυ επανέλαβε και πάλι στις 12 Σεπτεμβρίου του 1962 σε μία ιστορική ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Rice στο Houston του Texas.

Για να φτάσει κανείς στη Σελήνη απαιτείται ένας ισχυρότατος πύραυλος, ο οποίος θα έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει ένα σχετικά μεγάλο ωφέλιμο φορτίο, το οποίο θα περιλαμβάνει τους αστροναύτες και τη διαστημοσυσκευή. Με ποιο τρόπο όμως θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο;

Οι μηχανικοί γνώριζαν και ήδη μελετούσαν εκείνη την εποχή τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα δύο διακριτών προσεγγίσεων: την «Μέθοδο Άμεσης Ανόδου» και την «Συνάντηση σε Τροχιά Γύρω από τη Γη».

Η Άμεση Άνοδος βασιζόταν στην χρησιμοποίηση ενός μόνο αλλά πανίσχυρου πυραύλου, ο οποίος θα μετέφερε την διαστημοσυσκευή και τους αστροναύτες απευθείας στη Σελήνη. Οι διαστάσεις του πυραύλου αυτού, που είχε ονομαστεί NOVA, θα έπρεπε να είναι τεράστιες.

Η δεύτερη προσέγγιση, ένθερμος υποστηρικτής της οποίας ήταν ο von Braun και η ομάδα του στο Κέντρο Διαστημικών Πτήσεων Marshall, ήταν η «Συνάντηση σε Τροχιά γύρω από τη Γη». Αυτή η μέθοδος ανόδου βασιζόταν στη χρησιμοποίηση δύο μικρότερων πυραύλων, οι οποίοι θα μετέφεραν στο Διάστημα δύο επιμέρους διαστημοσυσκευές, οι οποίες θα συναντιόνταν σε τροχιά γύρω από τη Γη, όπου και θα συνδέονταν μεταξύ τους σαν ένα είδος διαστημικού σταθμού. Από τις δύο διαστημοσυσκευές που είχαν ενωθεί θα προέκυπτε μία τρίτη, η οποία αφού θα γέμιζε με καύσιμα, θα αποσυνδεόταν από τις άλλες δύο, για να μεταφέρει τους αστροναύτες στη Σελήνη.

Οι τεχνολογικές προκλήσεις της απευθείας μεταφοράς όλων των απαραίτητων καυσίμων προς τη Σελήνη, αλλά και οι απαιτήσεις που θα είχε ο πύραυλος να επιταχύνει ενώ θα προσπαθούσε να διαφύγει από το βαρυτικό πεδίο της Γης και της Σελήνης και να επιβραδύνει ανάλογα όταν θα τα πλησίαζε ήταν αδύνατο να επιλυθούν στα στενά χρονικά πλαίσια που είχαν τεθεί, καθιστώντας την υλοποίηση αυτού του προγράμματος ουτοπική.

Στα τέλη του 1961 με αρχές 1962 συστήθηκαν δύο ομάδες εργασίας με στόχο να αξιολογήσουν τις δύο μεθόδους, προκειμένου να επιλέξουν την καλύτερη.

Προσθήκη λεζάντας

Η εξέλιξη της Σεληνακάτου.

Στις αρχές του 1960 οι μηχανικοί γνώριζαν και ήδη μελετούσαν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα δύο διακριτών προσεγγίσεων: την «Μέθοδο Άμεσης Ανόδου» και την «Συνάντηση σε Τροχιά Γύρω από τη Γη». Την ίδια περίπου περίοδο στο Ερευνητικό Κέντρο Langley εργαζόταν και ο John Houbolt, ένας ευφυής μηχανικός, ο οποίος ήδη από το 1959 θεωρούσε ότι οι δύο αυτές προσεγγίσεις ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία.

Ο Houbolt υποστήριζε με θέρμη μια άλλη ιδέα, η οποία δεν βασιζόταν στην προσσελήνωση της κύριας μητρικής διαστημοσυσκευής στη Σελήνη, ούτε όμως και στην αποστολή δύο διαστημοσυσκευών, οι οποίες θα συνδέονταν σε τροχιά γύρω από τη Γη. Προωθούσε μια καινοτόμο ιδέα που οι περισσότεροι σύγχρονοί του μηχανικοί αμφισβητούσαν ευθέως. Σύμφωνα με αυτήν, για να πραγματοποιηθεί η επανδρωμένη αποστολή στη Σελήνη δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από έναν μόνο πύραυλο τριών ορόφων, ο οποίος θα εκτόξευε στο Διάστημα μία μόνο, αλλά «τριπλή» διαστημοσυσκευή, αποτελούμενη από το θαλαμίσκο διακυβέρνησης, το θαλαμίσκο υποστήριξης με τα καύσιμα, το σύστημα ελέγχου ύψους και το κύριο σύστημα προώθησης, και ένα μικρό αποσπώμενο θαλαμίσκο προσσελήνωσης ή σεληνάκατο.

Η «Συνάντηση σε Σεληνιακή Τροχιά», όπως ονομάστηκε, θα χρησιμοποιούσε τους δύο πρώτους ορόφους του πυραύλου για να μεταφέρει ολόκληρη τη διαστημοσυσκευή σε τροχιά γύρω από τη Γη, ενώ ο τρίτος όροφος του πυραύλου θα της έδινε την απαραίτητη ώθηση για να τη «σπρώξει» στην πορεία της προς τη Σελήνη, όπου και θα εισερχόταν σε τροχιά. Εκεί, τα δύο από τα τρία μέλη του πληρώματος θα επιβιβάζονταν στον αποσπώμενο θαλαμίσκο προσσελήνωσης, θα αποσυνδέονταν από την κύρια διαστημοσυσκευή, η οποία θα παρέμενε σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, και θα προσεδαφίζονταν σε μια προεπιλεγμένη τοποθεσία στην επιφάνειά της. Με το πέρας της αποστολής, το πάνω μέρος του θαλαμίσκου προσσελήνωσης, χρησιμοποιώντας τη δική του ανεξάρτητη μηχανή ανόδου, θα εκτοξευόταν προς τον θαλαμίσκο διακυβέρνησης, μεταφέροντας τους αστροναύτες πίσω στην κύρια διαστημοσυσκευή και αφήνοντας παράλληλα το σκάφος προσσελήνωσης και το επιπλέον βάρος του στο Διάστημα.

Αρχικά οι περισσότεροι θεώρησαν την ιδέα αυτή παράλογη. Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Houbolt συνέχισε ακούραστα να προωθεί την ιδέα του, απευθυνόμενος σε «ώτα μη ακουόντων». Παρόλο που ο χρονικός ορίζοντας υλοποίησης της αποστολής είχε ήδη τεθεί από τα πλέον επίσημα χείλη, η NASA συνέχιζε να κωλυσιεργεί καθώς οι μηχανικοί της αδυνατούσαν να συμφωνήσουν στον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο ανόδου. Χρειάστηκε να περάσουν δύο ολόκληρα χρόνια συνεχών συζητήσεων και διαφωνιών για να ξαναπάρει ο Houbolt τη κατάσταση στα χέρια του.

Παρακάμπτοντας την ιεραρχία ο Houbolt έστειλε το Νοέμβριο του 1961 απευθείας επιστολή στον Robert Seamans, τον Αναπληρωτή Διοικητή της NASA. Ο Seamans, αν κι αρχικά εκνευρίστηκε από την επιστολή του επίμονου Houbolt, ανέθεσε εντέλει την διεξοδική ανάλυση της μεθόδου του Houbolt σε μια επιστημονική ομάδα, η οποία δύο περίπου εβδομάδες αργότερα του απάντησε: «όσο περισσότερο το σκεφτόμαστε τόσο πιο πολύ μας αρέσει».

Στους μήνες που ακολούθησαν το outsider μετατράπηκε στη βασική επιλογή, έχοντας επιπλέον εξασφαλίσει και την υποστήριξη δύο πολύτιμων συμμάχων: της ομάδας του von Braun και της Ομάδας Διαστημικών Ερευνών. Έτσι, τον Ιούλιο του 1962 η NASA ανακοινώνει και επίσημα πλέον ότι οι μελλοντικές επανδρωμένες αποστολές προς την Σελήνη, το Πρόγραμμα Apollo όπως ονομάστηκε, θα πραγματοποιηθούν με την μέθοδο του Houbolt.

Σήμερα γνωρίζουμε βέβαια ότι η προσέγγιση αυτή είχε αρκετά πλεονεκτήματα σε σχέση με τις δύο άλλες μεθόδους που προαναφέρθηκαν. Καταρχήν απαιτούσε λιγότερα καύσιμα και η απαραίτητη τεχνολογία ήταν λίγο-πολύ γνωστή. Δεν χρειαζόταν γιγάντιος πύραυλος τύπου NOVA και απαιτούσε ένα μόνο πύραυλο τη στιγμή που η άλλη προσέγγιση απαιτούσε δύο. Επιπλέον, δεν ήταν απαραίτητο να προσσεληνωθεί ολόκληρη η διαστημοσυσκευή στη Σελήνη, παρά μόνο το μικρό αποσπώμενο τμήμα της. Το 1962 βέβαια όλα αυτά ήταν θεωρίες και ο φόβος ότι μια αποτυχία θα οδηγούσε αμερικανούς αστροναύτες να περιφέρονται στο Διάστημα σε μια διαστημοσυσκευή-φέρετρο ήταν πραγματικός.

Με το πέρας των αποστολών Mercury το 1963, το Πρόγραμμα Apollo ήταν ακόμα στο στάδιο του σχεδιασμού και πολλά ουσιαστικά ερωτηματικά, η απάντηση των οποίων θα έκρινε και τη διαφορά μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας συνέχιζαν να παραμένουν αναπάντητα. Αυτό που χρειαζόταν στην πράξη ήταν μια νέας γενιάς διαστημοσυσκευή, η οποία θα επέτρεπε στον αστροναύτη να έχει πλήρη έλεγχο της πλοήγησης του αποσπώμενου θαλαμίσκου προσσελήνωσης, τόσο κατά την διαδικασία προσεδάφισής του στην επιφάνεια της Σελήνης όσο και κατά την διαδικασία επανασύνδεσής του με τo θαλαμίσκο διακυβέρνησης, ενώ οι δύο διαστημοσυσκευές κινούνταν με πολύ μεγάλες ταχύτητες και το παραμικρό σφάλμα θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο.

Ήταν όμως δυνατόν οι δύο διαστημοσυσκευές να προσεγγίσουν με ασφάλεια η μία την άλλη και να επανασυνδεθούν μεταξύ τους ταξιδεύοντας με ταχύτητες που φτάνουν τα 28.000 χιλιόμετρα την ώρα; Ήταν δυνατό οι αστροναύτες να βγουν από τη σχετική ασφάλεια που προσέφερε το διαστημόπλοιό τους και να εργαστούν σε συνθήκες μειωμένης βαρύτητας μη έχοντας τίποτα άλλο για προστασία εκτός από τις διαστημικές τους στολές; Μπορούσε ο ανθρώπινος οργανισμός να επιβιώσει κατά τη διάρκεια ενός διαστημικού ταξιδιού στο φεγγάρι; Και αν ναι, ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις της παρατεταμένης παραμονής του ανθρώπου σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας; Χαμένο κάπου ανάμεσα στις πρωτοπόρες αποστολές Mercury και στον θρίαμβο των αποστολών Apollo, το διαστημικό πρόγραμμα Gemini σχεδιάστηκε προκειμένου να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά.

Στις αρχές του 1960 οι μηχανικοί γνώριζαν και ήδη μελετούσαν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα δύο διακριτών προσεγγίσεων: την «Μέθοδο Άμεσης Ανόδου» και την «Συνάντηση σε Τροχιά Γύρω από τη Γη».

Στο Ερευνητικό Κέντρο Langley εργαζόταν και ο John Houbolt, ένας ευφυής μηχανικός, ο οποίος ήδη από το 1959 θεωρούσε ότι οι δύο αυτές προσεγγίσεις ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία.

Ο Houbolt υποστήριζε με θέρμη μια καινοτόμο ιδέα που οι περισσότεροι σύγχρονοί του μηχανικοί αμφισβητούσαν ευθέως. Σύμφωνα με αυτήν, για να πραγματοποιηθεί η επανδρωμένη αποστολή στη Σελήνη δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από έναν μόνο πύραυλο τριών ορόφων.

Ο Πύραυλος θα εκτόξευε στο Διάστημα μία μόνο, αλλά «τριπλή» διαστημοσυσκευή, αποτελούμενη από το θαλαμίσκο διακυβέρνησης, το θαλαμίσκο υποστήριξης με τα καύσιμα, το σύστημα ελέγχου ύψους και το κύριο σύστημα προώθησης, και ένα μικρό αποσπώμενο θαλαμίσκο προσσελήνωσης ή σεληνάκατο.

Μία πρώτη άποψη της σεληνακάτου.


Η «Συνάντηση σε Σεληνιακή Τροχιά» θα χρησιμοποιούσε τους δύο πρώτους ορόφους του πυραύλου για να μεταφέρει ολόκληρη τη διαστημοσυσκευή σε τροχιά γύρω από τη Γη, ενώ ο τρίτος όροφος του πυραύλου θα της έδινε την απαραίτητη ώθηση για να τη «σπρώξει» στην πορεία της προς τη Σελήνη, όπου και θα εισερχόταν σε τροχιά. Εκεί, τα δύο από τα τρία μέλη του πληρώματος θα επιβιβάζονταν στον αποσπώμενο θαλαμίσκο προσσελήνωσης, θα αποσυνδέονταν από την κύρια διαστημοσυσκευή, η οποία θα παρέμενε σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, και θα προσεδαφίζονταν σε μια προεπιλεγμένη τοποθεσία στην επιφάνειά της. Με το πέρας της αποστολής, το πάνω μέρος του θαλαμίσκου προσσελήνωσης, χρησιμοποιώντας τη δική του ανεξάρτητη μηχανή ανόδου, θα εκτοξευόταν προς τον θαλαμίσκο διακυβέρνησης, μεταφέροντας τους αστροναύτες πίσω στην κύρια διαστημοσυσκευή και αφήνοντας παράλληλα το σκάφος προσσελήνωσης και το επιπλέον βάρος του στο Διάστημα.


Καθώς τα κομμάτια του διαστημικού παζλ για την εξερεύνηση της Σελήνης έμπαιναν το ένα μετά το άλλο στη θέση τους, κυρίως με τις βελτιώσεις που θα έπρεπε να γίνουν στην διαστημοσυσκευή Apollo, χρειαζόταν όμως και κάτι ακόμα: ο πανίσχυρος πύραυλος που θα μετέφερε τους αστροναύτες στη Σελήνη. Οι αποστολές Mercury και Gemini είχαν χρησιμοποιήσει στρατιωτικούς πυραύλους, ειδικά διασκευασμένους για το σκοπό αυτό. Για την αποστολή στη Σελήνη όμως χρειαζόταν κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο. Ένας πύραυλος, με άλλα λόγια, αποκλειστικά σχεδιασμένος για την εξερεύνηση του Διαστήματος.

Αυτός ήταν ο Saturn V, ένας πύραυλος τριών ορόφων με ύψος που ξεπερνούσε τα 110 μέτρα και βάρος 3.000 τόνων. Περισσότερο από το 90% του συνολικού του βάρους ήταν καύσιμα, τα οποία οι 5 μηχανές του πρώτου ορόφου κατανάλωναν με ρυθμό 15 τόνων το δευτερόλεπτο. Η απίστευτη αυτή μηχανή, δημιούργημα του Wernher von Braun και της ομάδας του στο Κέντρο Διαστημικών Πτήσεων Marshall, βασιζόταν στις πανίσχυρες προωθητικές μηχανές F1 του πρώτου ορόφου και J2 του δευτέρου, οι οποίες όταν βρίσκονταν σε λειτουργία έστελναν δονήσεις στο έδαφος που μπορούσαν να γίνουν αισθητές έως και 80 χιλιόμετρα μακριά.

Ο von Braun με τη γνωστή γερμανική του μεθοδικότητα είχε σχεδιάσει τους πυραύλους Saturn V με πολλαπλές δικλείδες ασφαλείας, προχωρώντας στο επόμενο βήμα ελέγχου μόνο αφού είχε εξαντλητικά ελέγξει το προηγούμενο. Αυτό βέβαια είχε και ένα μειονέκτημα καθώς με αυτό το ρυθμό η ανάπτυξη και κατασκευή του πυραύλου που θα μετέφερε τον πρώτο άνθρωπο στη Σελήνη θα καθυστερούσε πολύ. Ο George Mueller, Διευθυντής Επανδρωμένων Διαστημικών Πτήσεων, συνειδητοποιώντας ότι μ’ αυτούς τους ρυθμούς ο χρονικός ορίζοντας που είχε θέσει ο Πρόεδρος Kennedy δεν θα ήταν αρκετός, πρότεινε κάτι που έκανε τις τρίχες της κεφαλής του μεθοδικού Γερμανού πυραυλικού επιστήμονα να σηκωθούν όρθιες. Του πρότεινε να ελεγχθεί συνολικά ο πύραυλος μία και καλή, χωρίς προηγουμένως να ελέγχεται διεξοδικά το κάθε στάδιο κατασκευής του ξεχωριστά. Για να είμαστε δίκαιοι ο προσεκτικός και συστηματικός von Braun, δεν είχε και τόσο άδικο. Χειριζόταν ένα πανάκριβο μηχάνημα του οποίου η ισχύς ήταν συγκρίσιμη με αυτή μιας μικρής πυρηνικής βόμβας. Χιλιάδες εξαρτήματα θα έπρεπε να λειτουργήσουν στην εντέλεια και τεράστιοι μηχανισμοί θα έπρεπε να συγχρονιστούν με ακρίβεια δευτερολέπτου.

Για να αντιληφθείτε τα επίπεδα συγχρονισμού που ήσαν αναγκαία, αρκεί να σας πούμε ότι πριν από την εκτόξευση ο πύραυλος συγκρατούνταν στη πλατφόρμα απογείωσης από έναν τεράστιο ατσάλινο σκελετό, ο οποίος αποτελούνταν από εννέα εξίσου μεγάλα ατσάλινα «χέρια». Τα πέντε από αυτά έπρεπε να παραμείνουν συνδεδεμένα με το πύραυλο μέχρις ότου αυτός αρχίσει να κινείται. Ακριβώς κάτω από την πλατφόρμα εκτόξευσης είχαν κατασκευαστεί τεράστιες σήραγγες για να διοχετεύουν τα καυτά αέρια των μηχανών μακριά από τον πύργο εκτόξευσης. Χωρίς τις σήραγγες, τα αέρια θα αναπηδούσαν προς τα πάνω και ο πύραυλος θα καταστρέφονταν. Άλλα 4 ατσάλινα χέρια συγκρατούσαν τον πύραυλο στο έδαφος μέχρι να αποκτήσει ακριβώς την σωστή ώθηση, και μόνο τότε θάπρεπε να απαγκιστρωθούν σε χρονικό διάστημα που δεν υπερέβαινε τα 50 χιλιοστά του δευτερολέπτου, αλλιώς ο πύραυλος θα υποχωρούσε. Τα υπόλοιπα 5 «χέρια», καθένα εκ των οποίων ζύγιζε 20 με 30 τόνους θάπρεπε τότε να απαγκιστρωθούν εντός δευτερολέπτων.

Με τέτοιου είδους απαιτήσεις στις 9 Νοεμβρίου 1967 έγινε η πρώτη πειραματική εκτόξευση ενός Saturn V με τον κωδικό Apollo 4.



Στις 4 Απριλίου 1968 το Apollo 6 πραγματοποίησε μια δεύτερη δοκιμαστική εκτόξευση, χωρίς όμως την επιτυχή κατάληξη της πρώτης, σχετικά με την επίδοση του Saturn V.

Οι νέοι πύραυλοι Saturn V είχαν δύο μόλις εκτοξεύσεις στο ενεργητικό τους ενώ και το Apollo 7, η πρώτη επανδρωμένη αποστολή του προγράμματος Apollo, χρησιμοποίησε για την εκτόξευσή της έναν παλαιότερο τύπο Saturn. Εντούτοις, αυτή η πρώτη επανδρωμένη αποστολή του Apollo 7, με πλήρωμα τους Wally Schirra, Don Eisele και Walter Cunningham, περισσότερο από την όποια επιστημονική και τεχνολογική συνεισφορά της στην συνολική επιτυχία του προγράμματος Apollo, αποτέλεσε το καλύτερο αντίδοτο στο τραυματισμένο, από την καταστροφή του Apollo 1, ηθικό των επιστημόνων, των μηχανικών και των αστροναυτών της NASA.














ΑΠΟΛΛΩΝ 8 - ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ 10

Το Apollo 8 ήταν η δεύτερη επανδρωμένη διαστημική αποστολή του διαστημικού προγράμματος Apollo, και η πρώτη που χρησιμοποίησε για την εκτόξευσή της τους νέους πυραύλους Saturn V. Με πλήρωμα τον Frank Borman, τον James Lovell και τον William Anders ήταν η πρώτη στα χρονικά επανδρωμένη αποστολή που μετέφερε τους αστροναύτες της στα πρόθυρα της Σελήνης, επιτρέποντάς τους για πρώτη φορά να δουν με τα ίδια τους τα μάτια και απ’ ευθείας τη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης.

Το Apollo 8 εκτοξεύτηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1968, και 56 μόλις ώρες αργότερα το πλήρωμά του κατέγραφε μια διαστημική πρωτιά, αφού έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που κατάφεραν να εισέλθουν στο βαρυτικό πεδίο επιρροής ενός άλλου ουράνιου σώματος, ή, για να το πούμε διαφορετικά, έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που κατάφεραν να διασχίσουν το ορόσημο στο οποίο η βαρυτική έλξη της Σελήνης αρχίζει να γίνεται ισχυρότερη από αυτή της Γης. Σε 69 ώρες, 8 λεπτά και 16 δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευση η προωθητική μηχανή υποστήριξης του διαστημοπλοίου τέθηκε σε λειτουργία επί 4 λεπτά και 13 δευτερόλεπτα προκειμένου να δώσει στο Apollo 8 την ώθηση που απαιτούνταν για να τη θέσει σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη.

Η διάρκεια λειτουργίας της μηχανής γι’ αυτό το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα έχει τεράστια σημασία, αφού εάν ήταν λίγο μεγαλύτερη το διαστημόπλοιο θα συντρίβονταν στη Σελήνη ενώ εάν έσβηνε λίγο νωρίτερα θα προσέδιδε στο σκάφος μια τόσο ελλειπτική τροχιά που θα μπορούσε να το εκσφενδονίσει στο Διάστημα. Σύμφωνα με το σχεδιασμό των επιστημόνων και των μηχανικών της NASA, τρεις περίπου μέρες μετά την εκτόξευσή του, το Apollo 8 θα πλησίαζε τη Σελήνη από την σκοτεινή της πλευρά, όπου για τους τρεις αστροναύτες θα ήταν αόρατη, χαμένη στο σκοτάδι. Όπως διηγήθηκε αργότερα ο Anders «… το μόνο που μπορούσαμε να δούμε ήταν μία μαύρη τρύπα κενή από άστρα. Υποθέσαμε ότι ήταν το Φεγγάρι. Στην πραγματικότητα ήταν η μοναδική στιγμή σε όλη τη διάρκεια της πτήσης που σηκώθηκαν οι τρίχες της κεφαλής μου καθώς πλησιάζαμε σ’ αυτή την μεγάλη μαύρη τρύπα».

Καθώς το Apollo 8 συνέχιζε να κινείται στην τροχιά του γύρω από τη Σελήνη κατευθυνόμενο από τη σκοτεινή προς την φωτεινή της πλευρά, οι τρεις αστροναύτες άρχισαν να βλέπουν επιτέλους την ανώμαλη και σπαρμένη από κρατήρες επιφάνειά της να αναδύεται σιγά-σιγά μέσα από το σκοτάδι καθώς άρχιζε να τη φωτίζει το φως του Ήλιου. Το θέαμα ήταν πράγματι εντυπωσιακό. Δεν μπορούσαν όμως να φανταστούν ότι λίγο αργότερα θα παρατηρούσαν και κάτι ακόμα που οι επιστήμονες της NASA δεν είχαν προβλέψει, κάτι ακόμη πιο εκπληκτικό. Καθώς το Apollo 8 συμπλήρωνε την τρίτη περιστροφή του γύρω από τη Σελήνη, ξεπροβάλλοντας για μιαν ακόμη φορά από τη σκοτεινή της πλευρά προκειμένου να αρχίσει την τέταρτη διέλευσή του από την πλευρά της Σελήνης που φαίνεται από τη Γη, ο Borman, ο Lovell και ο Anders αντίκρισαν ένα θέαμα που κανένα ανθρώπινο μάτι δεν είχε δει ως τότε: την Γη να ανατέλλει πάνω από την επιφάνεια της Σελήνης.

Σύμφωνα με τα λόγια του Anders: «όταν κοίταξα προς τα πάνω και είδα τη Γη να ξεπροβάλει πάνω από αυτό το απογυμνωμένο, έρημο και ταλαιπωρημένο σεληνιακό ορίζοντα, μία Γη η οποία ήταν το μοναδικό χρώμα που μπορούσαμε να δούμε, μία ιδιαίτερα εύθραυστη Γη, μία πολύ ευαίσθητη Γη, σχεδόν άμεσα με συνεπήρε η σκέψη ότι παρόλο το τεράστιο ταξίδι που κάναμε για να φτάσουμε στη Σελήνη εντούτοις το σπουδαιότερο και σημαντικότερο πράγμα που αντικρίζαμε ήταν ο ίδιος μας ο πλανήτης, η Γη.»

Τη παραμονή των Χριστουγέννων και ενώ η διαστημοσυσκευή εξακολουθούσε να βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, τα μέλη του πληρώματος έκαναν μια ζωντανή τηλεοπτική αναμετάδοση στη διάρκεια της οποίας διάβασαν και αποσπάσματα από το βιβλίο της «Γένεσης». Το απόγευμα των Χριστουγέννων το πλήρωμα ολοκλήρωσε την πέμπτη και τελευταία τους τηλεοπτική μετάδοση ξεναγώντας τους τηλεθεατές ολόκληρου του κόσμου, που παρακολουθούσαν εντυπωσιασμένοι από τη Γη, στο εσωτερικό του διαστημοπλοίου τους και δείχνοντάς τους πώς ζει ένας αστροναύτης στο Διάστημα. Η κάλυψη της αποστολής του Apollo από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν τεράστια. Περισσότεροι από 1.100 δημοσιογράφοι κάλυψαν το γεγονός ενώ το BBC μετέδωσε τις εικόνες από το Διάστημα σε 54 χώρες και 15 διαφορετικές γλώσσες. Έχει ειπωθεί μάλιστα ότι το ένα τέταρτο των κατοίκων της Γης που ζούσαν εκείνη την εποχή είδαν είτε ζωντανά είτε καθυστερημένα την μετάδοση των αστροναυτών τη παραμονή των Χριστουγέννων.

To Apollo 8 με πλήρωμα τον Frank Borman, τον James Lovell και τον William Anders ήταν η πρώτη στα χρονικά επανδρωμένη αποστολή που μετέφερε τους αστροναύτες της στα πρόθυρα της Σελήνης, επιτρέποντάς τους για πρώτη φορά να δουν με τα ίδια τους τα μάτια και απ’ ευθείας τη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης.

Το Apollo 8 ήταν η δεύτερη επανδρωμένη διαστημική αποστολή του διαστημικού προγράμματος Apollo, και η πρώτη που χρησιμοποίησε για την εκτόξευσή της τους νέους πυραύλους Saturn V.

Το Apollo 8 εκτοξεύτηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1968, και 56 μόλις ώρες αργότερα το πλήρωμά του κατέγραφε μια διαστημική πρωτιά, αφού έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που κατάφεραν να εισέλθουν στο βαρυτικό πεδίο επιρροής ενός άλλου ουράνιου σώματος



Σε 69 ώρες, 8 λεπτά και 16 δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευση η προωθητική μηχανή υποστήριξης του διαστημοπλοίου τέθηκε σε λειτουργία επί 4 λεπτά και 13 δευτερόλεπτα προκειμένου να δώσει στο Apollo 8 την ώθηση που απαιτούνταν για να τη θέσει σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη.

Σύμφωνα με τα λόγια του Anders: «όταν κοίταξα προς τα πάνω και είδα τη Γη να ξεπροβάλει πάνω από αυτό το απογυμνωμένο, έρημο και ταλαιπωρημένο σεληνιακό ορίζοντα, μία Γη η οποία ήταν το μοναδικό χρώμα που μπορούσαμε να δούμε, μία ιδιαίτερα εύθραυστη Γη, μία πολύ ευαίσθητη Γη, σχεδόν άμεσα με συνεπήρε η σκέψη ότι παρόλο το τεράστιο ταξίδι που κάναμε για να φτάσουμε στη Σελήνη εντούτοις το σπουδαιότερο και σημαντικότερο πράγμα που αντικρίζαμε ήταν ο ίδιος μας ο πλανήτης, η Γη.»

Το σχέδιο πτήσης του Apollo 8.

Οι τρεις αστροναύτες του Apollo 8.



Στην διάρκεια του 1969 και πριν από την θρυλική πτήση του Apollo 11 πραγματοποιήθηκαν δύο ακόμα διαστημικές αποστολές. Με πλήρωμα τους James McDivitt, David Scott και Russell Schweickart το Apollo 9 εκτοξεύτηκε στις 3 Μαρτίου 1969 για μια 10ήμερη αποστολή σε τροχιά γύρω από τη Γη με σκοπό τον έλεγχο για πρώτη φορά της λειτουργίας ολόκληρου του διαστημικού σκάφους Apollo, περιλαμβανομένου και του θαλαμίσκου προσεδάφισης στη Σελήνη. Επί 10 ημέρες οι αστροναύτες του Apollo 9 έκαναν συνεχείς αποσυνδέσεις και επανασυνδέσεις της σεληνακάτου με τη κύρια διαστημοσυσκευή, σαν ένα είδος προσομοίωσης γι’ αυτό ακριβώς που θα έκαναν λίγους μήνες αργότερα οι αστροναύτες που θα πήγαιναν στη Σελήνη. Παράλληλα, οι Schweickart και Scott πραγματοποίησαν περιπάτους στο Διάστημα ελέγχοντας τις νέες διαστημικές στολές της NASA, τις πρώτες που είχαν δικά τους αυτόνομα συστήματα διαβίωσης χωρίς να στηρίζονται στους «ομφάλιους λώρους» που τους συνέδεαν με το διαστημόπλοιο.

Το Apollo 10, με πλήρωμα τους Thomas Stafford, John Young και Eugene Cernan, εκτοξεύτηκε στις 18 Μαΐου 1969. Η διαστημική αποστολή του Apollo 10 αποτέλεσε την τελική πρόβα τζενεράλε της επανδρωμένης αποστολής στη Σελήνη που θα ακολουθούσε αμέσως μετά, αφού πραγματοποίησε τους ίδιους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στην διάρκεια της αποστολής του Apollo 9, αυτή τη φορά όμως σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη. Με την είσοδο του διαστημοπλοίου σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, ο Young παρέμεινε στη κύρια διαστημοσυσκευή ενώ οι αστροναύτες Thomas Stafford και Eugene Cernan ανέλαβαν να πιλοτάρουν την σεληνάκατο που είχαν ονομάσει χαϊδευτικά «Σνούπυ». Στη διάρκεια αυτών των πτήσεων έλεγξαν τη λειτουργία του ραντάρ και της μηχανής ανόδου του θαλαμίσκου προσσελήνωσης ενώ επισκόπησαν και το σημείο προσσελήνωσης στη Θάλασσα της Ηρεμίας που είχε επιλεχθεί για τη αποστολή του Apollo 11.

Την ίδια περίπου εποχή άκρως απόρρητες ταινίες, που μόλις σχετικά πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας στη Δύση, έδειξαν και το μέγεθος της τιτάνιας προσπάθειας των Σοβιετικών στον αγώνα τους να κατακτήσουν τη Σελήνη. Έχοντας και αυτοί καταλήξει στην ίδια μέθοδο πτήσης με τους Αμερικανούς, στο τεράστιο σύμπλεγμα εκτόξευσης που είχαν κατασκευάσει στο κοσμοδρόμιο Baikonur, 2.400 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Μόσχας, συναρμολογούσαν ήδη το δικό τους σεληνιακό σκάφος. Παράλληλα, κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και υπό άκρα μυστικότητα, είχαν ήδη αρχίσει να συναρμολογούν και να πειραματίζονται με τον τεράστιο πύραυλο Ν-1 με το οποίο σχεδίαζαν να μεταφέρουν το διαστημόπλοιό τους στη Σελήνη.

Κι όμως, καθώς ο χρονικός ορίζοντας που είχε θέσει ο Kennedy πλησίαζε και οι επιστήμονες της NASA αισθάνονταν πλέον ζεστή την ανάσα των Σοβιετικών στο σβέρκο τους, η αμερικανική σεληνάκατος δεν ήταν ακόμα έτοιμη. Το βασικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι επιστήμονες και οι μηχανικοί της NASA αφορούσε στην μείωση του βάρους της, αφού για κάθε επιπλέον κιλό που θα προσεδαφιζόταν στην επιφάνεια της Σελήνης και θα επέστρεφε αργότερα σε τροχιά χρειάζονταν 3 κιλά καυσίμων. Έτσι, στην προσπάθειά τους να ελαττωθεί όσο το δυνατό περισσότερο το βάρος της σεληνακάτου, το πάχος του προστατευτικού περιβλήματος του θαλάμου του πληρώματος είχε μειωθεί στο ελάχιστο ενώ αφαιρέθηκαν τελείως και τα καθίσματα.

Κι ενώ οι μηχανικοί προσπαθούσαν να ελαττώσουν το βάρος της σεληνακάτου, οι αστροναύτες συνέχιζαν την εκπαίδευσή τους στην διαδικασία προσσελήνωσης, την ίδια στιγμή που οι γεωλόγοι Farouk El-Baz και Jim Head προσπαθούσαν να εντοπίσουν την ιδεώδη τοποθεσία προσσελήνωσης. Από τα φινιστρίνια του Apollo 8 η επιφάνεια της Σελήνης φαινόταν αρκετά ομαλή, η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Οι φωτογραφίες που είχαν ληφθεί σε προηγούμενες μη επανδρωμένες αποστολές φανέρωναν μια τραχιά και ανώμαλη επιφάνεια γεμάτη με κρατήρες, βουνά και τεράστιους βράχους. Εντέλει, για την προσσελήνωση του Apollo 11 επελέγη μια συγκεκριμένη τοποθεσία στα νότια της «Θάλασσας της Ηρεμίας», καθώς οι προηγούμενες μη επανδρωμένες διαστημικές αποστολές των Ranger 8, Surveyor 5 και Lunar Orbiter είχαν διαπιστώσει ότι η περιοχή αυτή ήταν σχετικά επίπεδη και δεν θα δημιουργούσε ιδιαίτερα προβλήματα στις σχεδιαζόμενες δραστηριότητες των αστροναυτών.

Αναφέρεται για λόγους σύγκρισης ότι ένα σύγχρονο κινητό τηλέφωνο (σαν τo iPhone 6) έχει 1,6 δις τρανζίστορ και μπορεί να εκτελέσει 3,36 δις εντολές το δευτερόλεπτο, είναι δηλαδή 32.600 φορές πιο γρήγορο από τους καλύτερους υπολογιστές που χρησιμοποιήθηκαν στο πρόγραμμα Apollo και μπορεί να εκτελεί οδηγίες 120 εκατ. φορές γρηγορότερα.

Στην διάρκεια του 1969 και πριν από την θρυλική πτήση του Apollo 11 πραγματοποιήθηκαν δύο ακόμα διαστημικές αποστολές. Με πλήρωμα τους James McDivitt, David Scott και Russell Schweickart το Apollo 9 εκτοξεύτηκε στις 3 Μαρτίου 1969 για μια 10ήμερη αποστολή σε τροχιά γύρω από τη Γη με σκοπό τον έλεγχο για πρώτη φορά της λειτουργίας ολόκληρου του διαστημικού σκάφους Apollo, περιλαμβανομένου και του θαλαμίσκου προσεδάφισης στη Σελήνη.

Το σήμα του Apollo 9

Η εκτόξευση του Apollo 9 έγινε στις 3 Μαρτίου 1969.

Η σεληνάκατος έτοιμη να απαγκιστρωθεί από το προστατευτικό της κάλυμμα.

Oι αστροναύτες Schweickart και Scott πραγματοποίησαν περιπάτους στο Διάστημα ελέγχοντας τις νέες διαστημικές στολές της NASA, τις πρώτες που είχαν δικά τους αυτόνομα συστήματα διαβίωσης χωρίς να στηρίζονται στους «ομφάλιους λώρους» που τους συνέδεαν με το διαστημόπλοιο.

Επί 10 ημέρες οι αστροναύτες του Apollo 9 έκαναν συνεχείς αποσυνδέσεις και επανασυνδέσεις της σεληνακάτου με τη κύρια διαστημοσυσκευή, σαν ένα είδος προσομοίωσης γι’ αυτό ακριβώς που θα έκαναν λίγους μήνες αργότερα οι αστροναύτες που θα πήγαιναν στη Σελήνη.

Η προσθαλάσσωση του Apollo 9 έγινε στις 13 Μαρτίου 1969.

Το Apollo 10, με πλήρωμα τους Thomas Stafford, John Young και Eugene Cernan, εκτοξεύτηκε στις 18 Μαΐου 1969.

Η διαστημική αποστολή του Apollo 10 αποτέλεσε την τελική πρόβα τζενεράλε της επανδρωμένης αποστολής στη Σελήνη που θα ακολουθούσε αμέσως μετά.

Για μιαν ακόμη φορά οι αστροναύτες του Apollo 10 είδαν τη Γη να ξεπροβάλει πάνω από το απογυμνωμένο, έρημο και ταλαιπωρημένο σεληνιακό ορίζοντα.

Με την είσοδο του διαστημοπλοίου σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, ο Young παρέμεινε στη κύρια διαστημοσυσκευή ενώ οι αστροναύτες Thomas Stafford και Eugene Cernan ανέλαβαν να πιλοτάρουν την σεληνάκατο που είχαν ονομάσει χαϊδευτικά «Σνούπυ».

Το Apollo 10 πραγματοποίησε τους ίδιους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στην διάρκεια της αποστολής του Apollo 9, αυτή τη φορά όμως σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη.



ΑΠΟΛΛΩΝ 11: ΜΙΚΡΟ ΒΗΜΑ-ΓΙΓΑΝΤΙΟ ΑΛΜΑ

 ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ 12


Στις 3 Ιουλίου 1969 και καθώς το γιγάντιο ερπιστριοφόρο όχημα που μετέφερε το Apollo 11 κινούνταν αργά αλλά σταθερά προς τη Βάση Εκτόξευσης 39Α, η CIA πληροφορήθηκε ότι ο ρωσικός πύραυλος Ν1 είχε εκραγεί στο κοσμοδρόμιο Baikonur στη διάρκεια μιας προσομοίωσης εκτόξευσης, βάζοντας οριστικό τέλος στα σχέδια των Σοβιετικών για την κατάκτηση της Σελήνης. Καθώς η πίεση προς την αμερικάνικη πλευρά μειώθηκε έτσι αισθητά, οι ιθύνοντες της NASA αναρωτήθηκαν εάν θα ήταν σκόπιμο να επιβραδύνουν τις προσπάθειές τους. Είναι όμως όλα έτοιμα. Εκτός αυτού, ακόμα κι αν η αποστολή του Apollo 11 αποτύγχανε η NASA είχε ήδη εκπαιδεύσει δύο ακόμα πληρώματα και είχε ήδη κατασκευάσει δύο επιπλέον πυραύλους Saturn. Αποφάσισαν λοιπόν να προχωρήσουν.

Ξημέρωνε η 16η Ιουλίου του 1969 και εκατοντάδες χιλιάδες θεατές έχουν ήδη κατακλύσει τις παραλίες και τους λόφους σε απόσταση ασφαλείας από την εξέδρα εκτόξευσης στο Διαστημικό Κέντρο Kennedy στη Φλόριντα. Την ίδια στιγμή εκατοντάδες εκατομμύρια τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο είχαν συντονίσει τους δέκτες των τηλεοράσεών τους προκειμένου να παρακολουθήσουν τη μεγάλη στιγμή της εκτόξευσης, που θα μετέφερε τους αστροναύτες Neil Armstrong, Michael Collins και Edwin “Buzz” Aldrin στη Σελήνη. Βετεράνοι και οι τρεις τους των διαστημικών αποστολών Gemini, προετοιμάζονταν επί χρόνια για την επική αυτή διαστημική Οδύσσεια.

Με την επιτυχή εκτόξευση του Apollo 11 στις 9:32 (τοπική ώρα) το πρωί της 16ης Ιουλίου 1969, τα 20 και πλέον χρόνια του σκληρού ανταγωνισμού μεταξύ της τότε Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για την κατάκτηση του Διαστήματος, πλησίαζαν προς το τέλος τους. Μόλις 12 λεπτά αργότερα, το Apollo 11 εισήλθε σε τροχιά γύρω από τη Γη και αφού συμπλήρωσε μιάμιση περιστροφές, οι μηχανές του τρίτου ορόφου του πυραύλου ενεργοποιήθηκαν δίνοντας την απαραίτητη ώθηση στο διαστημόπλοιο για να κινηθεί προς τη Σελήνη.

Πλησιάζοντας τη Σελήνη από τη σκοτεινή της πλευρά στις 19 Ιουλίου, το Apollo 11 εισήλθε σε τροχιά εκτελώντας αρκετές περιφορές γύρω από τη Σελήνη, που επέτρεψαν έτσι στους τρεις αστροναύτες να παρατηρήσουν το προεπιλεγμένο σημείο προσεδάφισης στο νότιο μέρος της Θάλασσας της Ηρεμίας. Στις 20 Ιουλίου, κι ενώ το Apollo 11 βρισκόταν ξανά στην σκοτεινή πλευρά της Σελήνης και 112 χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνειά της, η σεληνάκατος με επιβάτες και χειριστές τον Armstrong και τον Aldrin, αποσυνδέθηκε από το Columbia ξεκινώντας τη κάθοδό της προς τη Σελήνη.

Πίσω στο Χιούστον, στο Κέντρο Ελέγχου, ο νεαρός Steve Bales, υπεύθυνος του ελέγχου πτήσης, συνειδητοποίησε ότι η ταχύτητα της σεληνακάτου υπερέβαινε την ενδεδειγμένη κατά 21 χιλιόμετρα την ώρα. Έχοντας ήδη προσπεράσει το προεπιλεγμένο σημείο προσεδάφισης, ο υπολογιστής, που ήλεγχε την κάθοδο της σεληνακάτου φαίνονταν ότι την οδηγούσε προς μία περιοχή κοντά σε ένα μεγάλο κρατήρα, διάσπαρτη από μεγάλους βράχους.

Με τη βοήθεια του Aldrin ως πλοηγού, ο Armstrong ανέλαβε τον έλεγχο της διαστημοσυσκευής χειροκίνητα. Μήπως όμως ήταν πλέον αργά; Η οθόνη πλοήγησης αναβοσβήνει προειδοποιητικά ότι τα καύσιμα δεν αρκούν για περισσότερα από 60 δευτερόλεπτα πτήσης ενώ το σκάφος εξακολουθεί να βρίσκεται 30 με 40 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της Σελήνης. Με καύσιμα λιγότερα των 30 δευτερολέπτων πτήσης η σεληνάκατος του Apollo 11 είχε προσπεράσει το προεπιλεγμένο σημείο προσεδάφισης κατά 7 περίπου χιλιόμετρα. Κι ενώ η αγωνία στο Κέντρο Έλεγχου πίσω στη Γη είχε κορυφωθεί, στις 16:17 ώρα Χιούστον, της 20ης Ιουλίου, ακούστηκε επιτέλους η φωνή του Aldrin να ενημερώνει: «Χιούστον, εδώ η Βάση της Ηρεμίας. Ο Αετός προσεδαφίστηκε.» (Houston, Tranquility Base here, the Eagle has landed.) Η σεληνάκατος, έχοντας εξαντλήσει σχεδόν όλα της τα καύσιμά, περνούσε στην Ιστορία ως η πρώτη που μετέφερε συνανθρώπους μας σε ένα άλλο ουράνιο σώμα του Ηλιακού μας Συστήματος.

Στην Ουάσιγκτον τα ρολόγια έδειχναν 4 λεπτά πριν από τις 11 το βράδυ της 20ής Ιουλίου και στην Αθήνα σχεδόν 5:00 το πρωί της άλλης ημέρας. Αλλά παντού, σχεδόν σε ολόκληρο τον πλανήτη μας, ό,τι ώρα κι αν ήταν, ο κόσμος ήταν κολλημένος στις τηλεοράσεις ή τα ραδιόφωνα που περιέγραφαν την πρώτη κάθοδο του ανθρώπου στην επιφάνεια της Σελήνης. Εκείνο το βράδυ της 20ής Ιουλίου 1969, πάνω στη σκονισμένη επιφάνεια της Σελήνης, αποτυπώθηκε για πρώτη φορά ένα ανθρώπινο χνάρι που έγινε το σύμβολο «ενός τεράστιου άλματος για την ανθρωπότητα», πέντε μήνες νωρίτερα από τον στόχο που είχε θέσει ο Κέννεντυ πριν από 8 χρόνια.

Στη συνέχεια, και για τις επόμενες τρεις περίπου ώρες, οι Armstrong και Aldrin ασχολήθηκαν με το επιστημονικό τμήμα της αποστολής τους, συλλέγοντας δείγματα χώματος και πετρωμάτων της σεληνιακής επιφάνειας, παίρνοντας φωτογραφίες κλπ. Κατάκοποι πλέον, επέστρεψαν στην σεληνάκατο για να ξεκουραστούν και να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους για το ταξίδι της επιστροφής. Επτά περίπου ώρες αργότερα το Κέντρο Ελέγχου στο Χιούστον τους ξυπνάει, προκειμένου να ξεκινήσουν τις προετοιμασίες της επιστροφής.

Στις 20:54 το άνω μέρος της σεληνακάτου εκτοξεύεται από την επιφάνεια της Σελήνης μεταφέροντας τους δύο αστροναύτες και 21,5 κιλά σεληνιακών δειγμάτων, κατευθυνόμενοι προς το σκάφος του Columbia. Οι Armstrong και Aldrin, εκτός από ορισμένα επιστημονικά όργανα, άφησαν στην επιφάνεια της Σελήνης μια αμερικανική σημαία και μια επιγραφή με τις υπογραφές των τριών αστροναυτών και του τότε προέδρου Richard Nixon (1913-1994), που σε ελεύθερη μετάφραση έγραφε: «Εδώ, άνθρωποι από τον πλανήτη Γη για πρώτη φορά πάτησαν το πόδι τους στη Σελήνη, τον Ιούλιο του 1969 μ.Χ. Ήλθαμε ειρηνικά και εξ ονόματος ολόκληρης της ανθρωπότητας».

Καθώς η σεληνάκατος του «Apollo 11» επέστρεφε με ασφάλεια στη Σεληνιακή της τροχιά, η NASA γνώριζε ότι ένα ανταγωνιστικό διαστημόπλοιο είχε ένα άδοξο τέλος. Μία αυτόματη Σοβιετική διαστημοσυσκευή είχε ήδη καταστραφεί στη Σεληνιακή επιφάνεια καθώς οι αστροναύτες του «Apollo 11» προσεδαφίζονταν ομαλά πάνω της. Λίγοι μόνο γνώριζαν τότε ότι και οι Σοβιετικοί προσπαθούσαν να κάνουν το ίδιο. Η επιστροφή των αστροναυτών στη Γη έγινε στις 24 Ιουλίου με την προσθαλάσσωση του Apollo 11 στο βόρειο Ειρηνικό ωκεανό, 2.660 χιλιόμετρα ανατολικά της νήσου Wake. Τους περισυνέλεξε το αεροπλανοφόρο USS Hornet, μέσα στο οποίο βρισκόταν και ο ίδιος ο πρόεδρος Nixon για να υποδεχτεί τους τρεις ήρωες.

Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί εδώ ότι στο Εθνικό Αρχείο στην Ουάσιγκτον υπάρχει ένα υπόμνημα με τίτλο «Σε περίπτωση καταστροφής στη Σελήνη» και ημερομηνία 18 Ιουλίου 1969. Το μνημόνιο αυτό είχε προετοιμαστεί προκειμένου να διαβαστεί από τον πρόεδρο Nixon μπροστά στην τηλεόραση στην απευκταία περίπτωση που οι τρεις αστροναύτες για κάποιον λόγο δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν από τη Σελήνη. Όπως είχε αποφασιστεί τότε μετά την ανακοίνωση αυτή, όλες οι ραδιοεπικοινωνίες με το Apollo 11 θα σταματούσαν άμεσα. Καθώς δεν υπήρχαν εναλλακτικά σχέδια διάσωσης, οι τρεις αστροναύτες θα παρέμεναν αιχμάλωτοι στη Σελήνη περιμένοντας να πεθάνουν, ενώ η επιμνημόσυνος δέηση θα γινόταν με τον ίδιο τρόπο που γίνονται παρόμοιες τελετές σε περίπτωση θανάτου εν πλω. Δεν χρειάζεται φυσικά να πούμε ότι το μνημόνιο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ και η διαστημική αποστολή Apollo 11 παρέμεινε στην ιστορία ως η πρώτη που μετέφερε τον άνθρωπο σ’ ένα άλλο ουράνιο σώμα του Ηλιακού μας Συστήματος, εκτός της Γης.

Το σήμα της αποστολής του Apollo 11. 


Οι αστροναύτες Neil Armstrong, Michael Collins και Edwin “Buzz” Aldrin βετεράνοι και οι τρεις τους των διαστημικών αποστολών Gemini, προετοιμάζονταν επί χρόνια για την επική αυτή διαστημική Οδύσσεια.

Με κατεύθυνση προς το διαστημόπλοιο.

Μερικές θέσεις μακριά από εκεί που καθόμουν (στις κερκίδες των εκπροσώπων ΜΜΕ) βρίσκονταν και ο Norman Mailer (1923-2007) που είχε αναλάβει να γράψει μία σειρά άρθρων για το περιοδικό "LIFE" τα οποία έγιναν αργότερα ένα από τα ωραιότερα βιβλία για το θέμα με τίτλο "Moonfire" [;Όπως γράφτηκε αργότερα "If Norman Mailer’s extraordinary narrative about the Apollo 11 mission doesn’t turn you on to space exploration, I don’t know what will."]

Με την επιτυχή εκτόξευση του Apollo 11 στις 9:32 (τοπική ώρα) το πρωί της 16ης Ιουλίου 1969, τα 20 και πλέον χρόνια του σκληρού ανταγωνισμού μεταξύ της τότε Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για την κατάκτηση του Διαστήματος, πλησίαζαν προς το τέλος τους.

Η θέση μου στις κερκίδες για τους εκπροσώπους των ΜΜΕ.


Η εκτόξευση του Apollo 11 έγινε στις 9:32 (τοπική ώρα) το πρωί της 16ης Ιουλίου 1969.

Ο πρώτος όροοφος του Saturn V αποχωρίζεται από το όλο σύμπλεγμα 2,5 περίπου λεπτά μετά την εκτόξευση αφού έχει καταναλώσει το 90% των καυσίμων του με ρυθμό 15 τόνων κάθε δευτερόλεπτο.

Η τροχιά που ακολούθησαν οι αποστολές του Apollo προς την Σελήνη για να διασχίσουν τις Ζώνες Βαν Άλλεν

Οι αστροναύτες Charles Duke, James Lovell και Fred Haise στο κέντρο ελέγχου στο Χιούστον στη διάρκεια της καθόδου της Σεληνακάτου του Apollo 11.

Η πρώτη μου (και τελευταία) selfie στο Διαστημικό Κέντρο του Χιούστον λίγο πριν από την άφιξη του Apollo 11 στα πρόθυρα της Σελήνης τις πρωινές ώρες της 19ης Ιουλίου 1969 (για να μην ταλαιπωρείστε με υπολογιμούς ήμουν 26 ετών!)

Το Κέντρο Τύπου στο Διαστημικό Κέντρο του Χιούστον.

Με τα παιδιά του τρίτου αστροναύτη Michael Collins, ο οποίος παρέμεινε στον θαλαμίσκο σε τροχιά γύρω από την Σελήνη.

Στις 20 Ιουλίου 1969, κι ενώ το Apollo 11 βρισκόταν ξανά στην σκοτεινή πλευρά της Σελήνης και 112 χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνειά της, η σεληνάκατος με επιβάτες και χειριστές τον Armstrong και τον Aldrin, αποσυνδέθηκε από το Columbia ξεκινώντας τη κάθοδό της προς τη Σελήνη.

Σε ύψος 95 χιλιομέτρων πάνω από την επιφάνεια ο τρίτος αστροναύτης Michael Collins γυρνούσε σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη εκτελώντας μία σειρά δικών του πειραμάτων και ερευνών, ενώ οι σύντροφοί του πάνω στη Σελήνη γνώριζαν καλά οτι χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε γι' αυτούς επιστροφή στη Γή.

Το σημείο της προσεδάφισης του Apollo 11



Στην Ουάσιγκτον τα ρολόγια έδειχναν 4 λεπτά πριν από τις 11 το βράδυ της 20ής Ιουλίου και στην Αθήνα σχεδόν 5:00 το πρωί της άλλης ημέρας. Αλλά παντού, σχεδόν σε ολόκληρο τον πλανήτη μας, ό,τι ώρα κι αν ήταν, ο κόσμος ήταν κολλημένος στις τηλεοράσεις ή τα ραδιόφωνα που περιέγραφαν την πρώτη κάθοδο του ανθρώπου στην επιφάνεια της Σελήνης. Εκείνο το βράδυ της 20ής Ιουλίου 1969, πάνω στη σκονισμένη επιφάνεια της Σελήνης, αποτυπώθηκε για πρώτη φορά ένα ανθρώπινο χνάρι που έγινε το σύμβολο «ενός τεράστιου άλματος για την ανθρωπότητα», πέντε μήνες νωρίτερα από τον στόχο που είχε θέσει ο Κέννεντυ πριν από 8 χρόνια.

H κάθοδος του Buzz Aldrin στην επιφάνεια της Σελήνης.

Ο Buzz Aldrin, o δεύτερος άνθρωπος που περπάτησε στην επιφάνεια της Σελήνης.

Για τρεις περίπου ώρες, οι Armstrong και Aldrin ασχολήθηκαν με το επιστημονικό τμήμα της αποστολής τους, συλλέγοντας δείγματα χώματος και πετρωμάτων της σεληνιακής επιφάνειας, παίρνοντας φωτογραφίες κλπ.





Η τηλεόραση στο ΚέντροΤύπου του Διαστημικού Κέντρου στο Χιούστον δείχνει τις δραστηριότητες των αστροναυτών απ' ευθείας από την επιφάνεια της Σελήνης.

Στις 20:54 της 21ης Ιουλίου το άνω μέρος της σεληνακάτου εκτοξεύεται από την επιφάνεια της Σελήνης μεταφέροντας τους δύο αστροναύτες και 21,5 κιλά σεληνιακών δειγμάτων, κατευθυνόμενοι προς το σκάφος του Columbia.

Το 2011 οι φωτογραφικές μηχανές του Lunar Reconnaissance Orbiter (LRO) της NASA κατέγραψε την περιοχή προσεδάφισης του Apollo 11 και τα χνάρια των αστροναυτών που θα μείνουν αναλλοίωτα ακόμη και μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια.

Οι Armstrong και Aldrin, εκτός από ορισμένα επιστημονικά όργανα, άφησαν στην επιφάνεια της Σελήνης μια αμερικανική σημαία και μια επιγραφή με τις υπογραφές των τριών αστροναυτών και του τότε προέδρου Richard Nixon (1913-1994), που σε ελεύθερη μετάφραση έγραφε: «Εδώ, άνθρωποι από τον πλανήτη Γη για πρώτη φορά πάτησαν το πόδι τους στη Σελήνη, τον Ιούλιο του 1969 μ.Χ. Ήλθαμε ειρηνικά και εξ ονόματος ολόκληρης της ανθρωπότητας».

Σχηματική αναπαράσταση της αποστολής του Apollo 11 από τη Γη στη Σελήνη. 


Η επιστροφή των αστροναυτών στη Γη έγινε στις 24 Ιουλίου με την προσθαλάσσωση του Apollo 11 στο βόρειο Ειρηνικό ωκεανό, 2.660 χιλιόμετρα ανατολικά της νήσου Wake. Τους περισυνέλεξε το αεροπλανοφόρο USS Hornet, στο οποίο βρισκόταν και ο ίδιος ο πρόεδρος Nixon για να υποδεχτεί τους τρεις ήρωες.




Share this article :

0 σχόλια:

Speak up your mind

Tell us what you're thinking... !

 
Support : Creating Website | Johny Template | Mas Template
Copyright © 2011. Orange Light Beams - All Rights Reserved
Template Created by Creating Website Inspired by Sportapolis Shape5.com
Proudly powered by Blogger